Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

Υποχρεωτικά τα Θρησκευτικά

ΕΝΩΣΗ ΘΕΟΛΟΓΩΝ Ν. ΛΑΡΙΣΑΣ

* Προς τους συναδέλφους των Γυμνασίων

- ΓΕΛ και ΕΠΑΛ του νομου

Ενημερωτικό Σημείωμα / 18-09-2009

Παραμένει υποχρεωτικό

το θρησκευτικό μάθημα

«Το μάθημα των Θρησκευτικών παραμένει υποχρεωτικό στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση…», τονίζει το υπουργείο Παιδείας επιχειρώντας, μέσω απάντησης που δίνει δια της υπηρεσιακής οδού, σε τεθείσα σχετική ερώτηση, να αμβλύνει τη σύγχυση που είχε προκαλέσει πέρυσι τον Αύγουστο (2008) σχετική εγκύκλιός του για το θέμα των απαλλαγών και η οποία είχε εν πολλοίς δημιουργήσει την εντύπωση ότι το μάθημα – εξ αιτίας της δυνατότητας απαλλαγής απ’ αυτό, με την επίκληση λόγων συνείδησης - μετεξελισσόταν σε προαιρετικό.

Συγκεκριμένα με το υπ’ αριθμ. 72719/Γ2/22-6-2009 έγγραφό του ο Διευθυντής του τομέα Β/θμιας Εκπαίδευσης του ΥΠΕΠΘ, Αθαν. Νικολόπουλος, απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα φορέων της εκπαιδευτικής κοινότητας, επισημαίνει ότι «…το μάθημα των Θρησκευτικών παραμένει υποχρεωτικό στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, σύμφωνα και με την με αρ. πρ. Φ12/977/109744/Γ1/26-08-2008 εγκύκλιο του ΥΠ.Ε.Π.Θ., η οποία προβλέπει ότι «οι μη Ορθόδοξοι μαθητές, δηλ. οι αλλόθρησκοι ή οι ετερόδοξοι, οι οποίοι απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών (...), κατά την ώρα διδασκαλίας του συγκεκριμένου μαθήματος παρακολουθούν υποχρεωτικά τη διδασκαλία διαφορετικού διδακτικού αντικειμένου σε άλλο τμήμα της ίδιας τάξης». (βλ. συνημμένο δημοσίευμα στην εφημερίδα «Ελευθερία», 5/7/2009, σελ. 6).

Διευκρινίζεται, επίσης, ότι στην περίπτωση που η συγκεκριμένη τάξη λειτουργεί μόνο με ένα τμήμα, οι μαθητές αυτοί παρακολουθούν εκπαιδευτικό πρόγραμμα που καθορίζεται για το σκοπό αυτό από το Σύλλογο Διδασκόντων του σχολείου. Για μεν τους αλλοδαπούς, το πρόγραμμα αφορά στο μάθημα της ελληνικής γλώσσας, για δε τους υπόλοιπους, μάθημα ανάλογο με τις μαθησιακές τους ανάγκες. Με τις παραπάνω εγκυκλίους καθίσταται σαφές ότι το μάθημα των Θρησκευτικών διδάσκεται σε όλες τις σχολικές μονάδες της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, σύμφωνα με τα επίσημα υποχρεωτικά αναλυτικά και ωρολόγια προγράμματα, αλλά δίνεται η δυνατότητα απαλλαγής στους αλλόθρησκους και ετερόδοξους μαθητές, οι οποίοι για λόγους συνείδησης δεν επιθυμούν να παρακολουθήσουν το εν λόγω μάθημα.

* Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την διακηρυγμένη, επίσημη θέση του υπ. Παιδείας - την οποία είχε εκφράσει τον περασμένο Νοέμβριο (Α.Π. 450/20-11-2008) ο τότε υπουργός κ. Ευρ. Στυλιανίδης και η οποία συνεχίζει να υφίσταται ως διαρκούς ισχύος απόφαση και από τον νέο υπουργό Παιδείας κ. Αρη Σπηλιωτόπουλο - «το μάθημα των Θρησκευτικών παραμένει υποχρεωτικό για όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς μαθητές», επιπροσθέτως δε «μπορούν, επίσης, να το παρακολουθήσουν και όσοι μη ορθόδοξοι το επιθυμούν».

Με την ίδια «διακήρυξή» του, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αποδεχόμενο την επιστημονική προσέγγιση, επί του θέματος, του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, είχε επισημάνει ότι «το μάθημα των Θρησκευτικών δεν έχει ομολογιακό - κατηχητικό χαρακτήρα αλλά είναι γνωσιολογικό, δηλαδή συμπεριλαμβάνει αναφορές όχι μόνον στην επικρατούσα θρησκεία αλλά και σε άλλα δόγματα και θρησκείες».

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ

Tέλος, όσον αφορά στο θέμα των αιτήσεων απαλλαγής, υπενθυμίζουμε ότι η υποβολή τους, για να είναι νόμιμη, θα πρέπει να υποβάλλεται εντός της προθεσμίας την οποία ορίζει μετά πάσης σαφηνείας η υπ’ αριθμ. Γ2/12907/08 - 02 – 2005 σχετική εγκύκλιος του υπ. Παιδείας. Στην εγκύκλιο αυτή ορίζονται τα εξής:

"Διευκρινίζουμε ότι, επειδή η καθυστερημένη κατάθεση της δήλωσης θα δημιουργούσε προβλήματα, εάν γινόταν μετά την κατάθεση βαθμολογίας από τον διδάσκοντα το μάθημα καθηγητή και επειδή άλλες διατάξεις, που αφορούν απαλλαγές από τη διδασκαλία μαθημάτων (Γυμναστική Π.Δ. 104/79) ορίζουν ότι η κατάθεση των δικαιολογητικών γίνεται εντός πέντε ημερών από της ενάρξεως των μαθημάτων, εκτός από τις περιπτώσεις ξαφνικού συμβάντος, θεωρείται σκόπιμο το αίτημα για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών να γνωστοποιείται στη Διεύθυνση του Σχολείου με την έναρξη της διδασκαλίας των μαθημάτων".

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

H "Θεολογία" σε νέα πορεία

Νέο ξεκίνημα για το επιστημονικό

περιοδικό της Εκκλησίας της Ελλάδος

* Ανοιγμα στη κοινωνία επιχειρεί το επιστημονικό περιοδικό της Εκκλησίας της Ελλάδος, με νέο Διευθυντή τον Δρα Θεολογίας Σταύρο Γιαγκάζογλου, Σύμβουλο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Tου Χάρη Ανδρεόπουλου *

Ανανεωμένο ποιοτικά, με εμφανή το στόχο για το άνοιγμά του στην ευρύτερη επιστημονική κοινότητα και τη κοινωνία, καθώς, επίσης, και βελτιωμένο αισθητικά, κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού «Θεολογία», στο νέο του ξεκίνημα, υπό την διεύθυνση του Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Δρα Θεολογίας, Σταύρου Γιαγκάζογλου.

O κ. Γιαγκάζογλου διαδέχθηκε στη θέση του Διευθυντού Συντάξεως του επιστημονικού περιοδικού της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον αποχωρήσαντα, μετά από πολυετή (26ετή) θητεία στη θέση αυτή, ομότιμο καθηγητή του πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ευαγ. Θεοδώρου, επιχειρώντας να χαράξει μια νέα πορεία που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των καιρών για ένα περιοδικό το οποίο χωρίς να αποβάλει τον ακαδημαϊκό του χαρακτήρα μπορεί να γίνει πιο δυναμικό, αισθητικά πιο ελκυστικό και, κυρίως, πιο ενδιαφέρον για περισσοτέρους ανθρώπους. Να συνεχίσει να απευθύνεται, ως επιστημονική επετηρίδα, στους εξειδικευμένους επιστήμονες και ερευνητές, αλλά, εφεξής, να είναι προσιτό και στο χώρο πέραν των ειδικών, κυρίως, δε να διακονεί και να υποστηρίζει θεολογικά και ποιμαντικά το έργο της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο. Νομίζουμε ότι το πρώτο δείγμα αυτής της προσπάθειας, έτσι όπως σαρκώνεται στο νέο τεύχος της νέας πορείας είναι πολύ ελπιδοφόρο.

Η «Θεολογία» θα κυκλοφορεί σε τέσσερα (αντί των δύο μέχρι πρότινος) τεύχη ανά έτος. Από αυτά τα δύο θα είναι ποικίλης θεολογικής ύλης και τα άλλα δύο θα αναφέρονται σε συγκεκριμένα κάθε φορά θεολογικά αφιερώματα, ενδιαφέροντα και προσβάσιμα και από τον μέσο αναγνώστη. Σε κάθε τεύχος πέραν του αφιερώματος είναι δυνατόν να δημοσιεύονται ακόμη: στη στήλη «Ιδιόμελα», ορισμένες ανεξάρτητες θεματικά θεολογικές μελέτες ή δοκίμια. Στη στήλη «Θεολογικά Χρονικά», αναφορά σε σημαντικά γεγονότα από τον διορθόδοξο και διαχριστανικό κόσμο, όπως συνοδικές συνδιασκέψεις, συνέδρια, επίσημοι διαχροστιανικοί διάλογοι, κ.α. Στη στήλη «Περιοδικά Ανάλεκτα» σύντομη επισκόπηση των ελληνικών και ξένων θεολογικών περιοδικών, στη στήλη «Βιβλιοστάσιον», βιβλιοκριτικά δοκίμια και παρουσιάσεις θεολογικών μονογραφιών, βιβλίων και λοιπών εκδόσεων. Τέλος, στη στήλη «Αναλόγιον», ενημερωτικό δελτίο πρόσφατων θεολογικών εκδόσεων.

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ

Η Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού θα είναι πολυμελής, θα έχει ενιαύσια θητεία και θα απαρτίζεται από καθηγητές των Θεολογικών Σχολών Αθηνών (σ’ αυτή τη σύνθεση της Σ.Ε. συμμετέχουν οι ομότιμοι και εν ενεργεία καθηγητές κ.κ. Γ. Γαλίτης, Βλ. Φειδάς, Χρ. Βούλγαρης, Κων. Δεληκωνσταντής) και Θεσσαλονίκης (Ανέστης Κεσελόπουλος και Θεοδ. Γιάγκου) ανά επιστημονικό κλάδο, με τη συμμετοχή ενός Μητροπολίτη της Εκκλησίας της Ελλάδος κατόχου διδακτορικού τίτλου (Συμεών, Νέας Σμύρνης). Ακόμη το περιοδικό «Θεολογία» μπορεί να διοργανώνει θεολογικά συνέδρια, ημερίδες, εργαστήρια, τράπεζες λόγου και άλλες δράσεις με σκοπό τη μελέτη, τον διάλογο, τη διαβούλευση ή την προετοιμασία θεολογικών και ποιμαντικών συναντήσεων ή γεγονότων. Tα πρακτικά ή κείμενα από τις εκδηλώσεις μπορεί να δημοσιεύονται στις σελίδες του ή να αποτελούν ξεχωριστές εκδόσεις. Ακόμη ορισμένα από τα κείμενα που ήδη έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό ή άλλα κείμενα ευρύτερου θεολογικού ενδιαφέροντος, τα κείμενα των θεολογικών διαλόγων που διεξάγει η Ορθόδοξη Εκκλησία, πρακτικά συνεδρίων, σεμιναρίων, ημερίδων και εργαστηρίων μπορεί να δημοσιεύονται σε μια ειδική σειρά θεολογικών δοκιμίων και εκδόσεων ως Ανάλεκτα του περιοδικού «Θεολογία».

Σύντομα, θα δημιουργηθεί ιστοσελίδα του περιοδικού, όπου θα αναπτυχθεί τράπεζα δεδομένων με τα παλαιά τεύχη, θα φιλοξενούνται περιλήψεις ή ενδεικτικά κείμενα του περιοδικού και θα παρέχονται πληροφορίες για θεολογικά γεγονότα και εκδηλώσεις που συμβαίνουν στην Εκκλησία της Ελλάδος και στην Ορθοδοξία ανά την οικουμένη.

ΣΤΟΧΟΣ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Στο προλογικό του σημείωμα ο Σταύρος Γιαγκάζογλου τονίζει ότι για την αναδιοργάνωση του περιοδικού η μέριμνα για το ουσιαστικό περιεχόμενο της προσφερόμενης ύλης θα είναι διαρκής και ακατοπόνητη, για να γίνει η «Θεολογία» σύγχρονο, ενδιαφέρον και παρεμβατικό στον ακαδημαϊκό, επιστημονικό και, γενικότερα, στον χώρο του πνεύματος περιοδικό. Κι’ αν κρίνουμε απ΄ τα περιεχόμενα του νέου τεύχους, φαίνεται ότι η προσδοκία αυτή αρχίζει νωρίς να γίνεται πράξη, καθώς στο τεύχος της νέας πορείας φιλοξενούνται θαυμάσια κείμενα από εξαιρετικούς ιεράρχες, διακεκριμένους κληρικούς, από μάχιμους θεολόγους, αλλά και πανεπιστημιακούς. Ετσι, π.χ. ο αναγνώστης μπορεί να απολαύσει κείμενα, όπως του μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου για «Τα εκατόν πεντήκοντα κεφάλαια του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά», του Σταύρου Γιαγκάζογλου («Ο ανθρωπισμός της ερήμου» - μια εξαιρετική μελέτη για τον πολιτισμό της ερήμου, ως φαινόμενο του μοναχισμού, με στοιχεία από την ασκητική και νηπτική γραμματεία προερχόμενα από τη μοναστική παράδοση), του αρχιμ. Ιωάννου Καραμούζη («Ποιμαντική ανάγνωση της Ακολουθίας του Οσίου Μάρκου του Κωφού»), του καθηγητού Λαογραφίας του Δημοκριτείου παν/μιου Θράκης, Μανώλη Βαρβούνη («Προσκυνηματικές εκδρομές και ιερές αποδημίες»), του Θανάση Παπαθανασίου (της «Σύναξης») για την ιεραποστολή σε σχέση με τη θεολογία του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν («Η Εκκλησία ως αποστολή - Ένα κριτικό ξανακοίταγμα της λειτουργικής θεολογίας του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν»), κ.α.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Για τις εξελίξεις στο χώρο της θεολογικής επιστήμης (επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό), παρέχεται πλήρης ενημέρωση μέσω της στήλης «Θεολογικά Χρονικά» (περιοδικά, νέες εκδόσεις, κλπ) της οποίας την επιμέλεια έχουν οι θεολόγοι Νικ. Ασπρούλης, Αικατερίνη Τσαλαμπούνη (λέκτορας της Θεολογικής του ΑΠΘ και έχουσα την εξαιρετική ιστοσελίδα των Βιβλικών Σπουδών: http://biblicalstudiesblog.blogspot.com/ ), Bασ. Τζέρπος, Dragica Tandic και οι π. Φίλιππος Ζυμάρης και Δημήτριος Μπαθρέλλος. Στο παρόν τεύχος δημοσιεύονται και άρθρα των καθηγητών κ.κ. Ιωαν. Καραβιδόπουλου και Μάριος Μπέγζου in memoriam για τον αείμνηστο καθηγητή Σάββα Αγουρίδη. Τέλος, στις στήλες «Βιβλιοστάσιον» και «Αναλόγιον» παρουσιάζονται όλες οι θεολογικές εκδόσεις των τελευταιών ετών. Στo επόμενο τεύχος του περιοδικού θα δημοσιευθεί αφιέρωμα με θέμα: «Ο συνοδικός θεσμός».

* Σημειώνεται ότι η ετήσια συνδρομή της «Θεολογίας» είναι για το εσωτερικό 40 ευρώ και 70 για το εξωτερικό. Οι φοιτητές της Θεολογίας και οι Θεολόγοι εκπαιδευτικοί καταβάλλουν το ήμισυ της ετήσιας συνδρομής. Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στα τηλ. 210 – 7273313 και στο e-mail: theologia@ecclesia.gr

Ο ΝΕΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Ο νέος διευθυντής της «Θεολογίας», Δρ. Σταύρος Γιαγκάζογλου γεννήθηκε στη Δράμα το 1962 και το 1984 έλαβε το πτυχίο του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ. Σπούδασε επίσης οικουμενική θεολογία στη Γενεύη (Institut Oecuménique de Bossey), μεσαιωνική θεολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Fribourg στην Ελβετία (1985-1988).Το 1988 διορίσθηκε καθηγητής θεολόγος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ το 1995 αναγορεύθηκε διδάκτωρ θεολογίας του ΑΠΘ με ειδίκευση στο συστηματικό κλάδο. Έλαβε μέρος ως προσκεκλημένος ομιλητής σε διάφορα συνέδρια, σεμινάρια και διαλέξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Δίδαξε σειρά μαθημάτων στα Π.Ε.Κ. και με ανάθεση στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. Σύμβουλος του Π.Ι. σε θέση ειδικότητας Θεολόγου εξελέγη το Νοέμβριο του 2002 και ανέλαβε καθήκοντα τον Απρίλιο του 2003.

Ως Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου πραγματοποίησε εισηγήσεις σε ενημερωτικές συναντήσεις με Σχολικούς Συμβούλους και καθηγητές θεολόγους της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για θέματα της ειδικότητας και των προγραμμάτων του Π.Ι. σε διάφορες πόλεις. Με πρωτοβουλία του πραγματοποιήθηκε συνάντηση της επιτροπής παιδείας των εν Ελλάδι Ρωμαιοκαθολικών και του τομέα θεολόγων του Π.Ι.. που συζήτησε ζητήματα που αφορούν τα σχολικά εγχειρίδια του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία των Ρωμαιοκαθολικών στην Ελλάδα.

Εποπτεύει τη συγγραφή των νέων εγχειριδίων του μαθήματος των Θρησκευτικών για τον μαθητή και τον καθηγητή καθώς και τα συνακόλουθα λογισμικά. Συμμετέχει στην καινοτόμο δράση του Π.Ι. για την διάχυση και επέκταση της Ευέλικτης Ζώνης διαθεματικών προσεγγίσεων στα σχολεία της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με ευθύνη για την εξέλιξη και διεξαγωγή της στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας. Σε συνεργασία με την αρμόδια επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για την Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας, συμμετείχε εκ μέρους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στην οργανωτική επιτροπή προετοιμασίας και διεξαγωγής του διεθνούς συνεδρίου με θέμα: «Ορθοδοξία και Παιδεία. Τα Θρησκευτικά ως μάθημα ταυτότητας και πολιτισμού», που πραγματοποιήθηκε στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας στο Βόλο τον Μάιο του 2004.

Μετέφρασε από τα γαλλικά μελέτες και βιβλία, δημοσίευσε πάνω από σαράντα άρθρα και μελέτες στην ελληνική, γαλλική, αγγλική και σερβική γλώσσα και συνέγραψε, μεταξύ άλλων: Προλεγόμενα στη θεολογία των ακτίστων ενεργειών, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1992 – Κοινωνία Θεώσεως. Η σύνθεση Χριστολογίας και Πνευματολογίας στο έργο του αγίου Γρηγορίου Παλαμά (διδακτορική διατριβή), Αθήνα 2001 – Ελληνισμός και Χριστιανισμός κατά τον τρίτο αιώνα, ερευνητικό πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών, Θεσσαλονίκη 1996 – Το περί Εκκλησίας δόγμα της Ορθοδοξίας, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2004 – Το ορθόδοξο ήθος, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2004.

Εχει δημοσιεύσει δεκάδες άρθρων για το θρησκευτικό μάθημα. Προσφάτως δημοσιεύθηκε και στο «amen.gr», το υπό τον τίτλο «Τα θρησκευτικά και το ζήτημα της Απαλλαγής - Δυνατότητες και προϋποθέσεις για μία εναλλακτική προσέγγιση του θρησκευτικού μαθήματος» άρθρο του (αρχική δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό «Εκπαιδευτική Κιβωτός» της Δ/νσης Β/’θμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας, τ. 4, Ιουνίου 2009): http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=250

* * * *

Με τον Σταύρο Γιαγκάζογλου έχουμε συναντηθεί σε συνέδρια και ημερίδες στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ι. Μ. Δημητριάδος, έχουμε συνομιλήσει αρκετές φορές στο εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM), για διάφορα θέματα που έχουν την αναφορά τους στη θεολογική και παιδαγωγική επιστήμη, και, κυρίως, για το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, ιδίως μετά τις γνωστές περιπέτειες που πέρασε το μάθημα εξ αιτίας της έκδοσης το περυσινό καλοκαίρι (2008) των γνωστών εγκυκλίων περί απαλλαγών.

Πρόκειται, όπως τεκμαίρεται και από το πλούσιο βιογραφικό του σημείωμα για εξαίρετο επιστήμονα, για συνάδελφο που αγαπά και πονά το θρησκευτικό μάθημα και, ειδικά από το περασμένο καλοκαίρι, "οργώνει" την Ελλάδα προκειμένου να συμμετάσχει σε συνέδρια και ημερίδες για την ανάδειξη της γνωσιακής και παιδαγωγικής του αξίας και την αναγκαιότητα να παραμείνει στο ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου ως υποχρεωτικό.

Του ευχόμαστε από καρδιάς ο Θεός να τον δυναμώνει για να υπηρετεί με το ίδιο μεράκι και όρεξη και την Εκκλησία μας (ως νέος διευθυντής του περιοδικού "Θεολογία"), και την Παιδεία μας (από τη θέση του Συμβούλου Θεολόγων στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο).

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), M.Th. Iστορικής Θεολογίας, συνεργάτης της εφημερίδας «Ελευθερία» ν. Λάρισας και καθηγητής Β/’θμιας Εκπαίδευσης (Γυμνάσιο και Λύκειο Αρμενίου ν. Λάρισας).

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

"Να αντισταθούμε στην επιχειρούμενη απαξίωση του μαθήματος!"

O καλός συνάδελφος Σπύρος Παπακωστόπουλος, "ξαναχτύπησε" μέσα από το αγωνιστικό του ιστολόγιο (http://exagorefsis.blogspot.com/2009/09/blog-post_7231.html), στέλνοντάς μας, μ' αφορμή την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, τις ευχές καθώς και μήνυμα αντίστασης απέναντι σ' όλους εκείνους που επιβουλεύονται το θρησκευτικό μάθημα:

* * * *

Συνάδελφοι θεολόγοι, καλή και ευλογημένη σχολική χρονιά.

Καλό αγώνα για το μάθημά μας, το οποίο "πληγωμένο", για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, προσπαθεί να βρει το βηματισμό του εντός της ελληνικής εκπαίδευσης. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εμάς με έκδηλη την αγωνία στα πρόσωπά μας θα μπούμε στις τάξεις, χωρίς να ξέρουμε τι θα "ξημερώσει" για το μάθημά μας. Σ' αυτά τα δύο χρόνια της δοκιμασίας μας, οι προσπάθεις επιβίωσης πολλές, οι διαμαρτυρίες έντονες, οι φρούδες και μάταιες υποσχέσεις αδίστακτα "στραγγαλίζουν" την αποσταμένη ελπίδα μας, έτσι που να προβληματίζεσαι για το αν το κουράγιο λιγοστεύει ή περισσεύει.Και να που τα πρώτα δείγματα απειλητικής αντι - συναδελφικής συμπεριφοράς καταγράφονται, ήδη, αφού κάποιοι Διευθυντές Γυμνασίων ή και Γενικών Λυκείων "στάζουν χολή" εναντίον εκείνων των θεολόγων, που τόλμησαν να τους ελέγξουν σχετικά με την μη πιστή εφαρμογή των εγκυκλίων. Και όλα αυτά, επειδή κάποιοι συνάδελφοι απαίτησαν το αυτονόητο, δηλαδή να τηρηθεί η ΙΣΟΤΗΤΑ έναντι όλων των μαθητών και να μην αυθαιρετούν όσοι εκ των Διευθυντών αποφάσισαν να υιοθετήσουν ως στάση για το μάθημά μας: "ΣΦΑΛΙΑΡΑ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ; ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ ΕΓΩ". Τα επιχειρήματά τους, δε, ως ένα βαθμό κατανοητά, ότι δεν μπορούν να διαταράξουν την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία των σχολείων με το να απασχολούνται, σε άλλο τμήμα της ίδιας τάξης (ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ) και σε άλλο διδακτικό αντικείμενο, όσοι απαλλάσσονται από τα θρησκευτικά, αποτελούν προφάσεις εν αμαρτίαις, αφού ο αριθμός των απαλλασσομένων, τουλάχιστον πέρυσι, ήταν μικρός και εύκολα διαχειρίσιμος.

Αντίθετα, όπου τηρήθηκε, δογματικά, η διευθυντική στάση της "ΤΑΦΟΠΛΑΚΑΣ", ήδη έχει δοθεί το ανάλογο στίγμα, έτσι που να υπάρχει μέγιστος κίνδυνο αύξησης των απαλλαγών, τη στιγμή κατά την οποία ο προσχηματικά προφασιζόμενος ανύπαρκτο λόγο συνείδησης γνωρίζει ότι χωρίς κόστος(ΤΗ ΑΝΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ) θα απαλλαγεί, δηλαδή δεν θα παρακολουθεί άλλο μάθημα. Συνεπώς, η άρνηση ή αδιαφορία κάποιων Διευθυντών να εφαρμόσουν το νόμο (εν προκειμένω η αναφορά στο νόμο περί υποχρεωτικότητας σαφέστατα αναφέρεται σε ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - jus cogens, χωρίς δυνατότητα, καν, διακριτικής ευχέρειας) προετοίμασε ή θα προετοιμάζει το έδαφος για μια πλήρη αποθράσυνση όσων εκ των μαθητών, άνευ κόστους, καταχρηστικώς θα ασκούν ένα δικαίωμα, που παρέχει η Ελληνική Πολιτεία ρυθμίζοντας, όμως, συγκεκριμένες περιπτώσεις ετεροδόξων ή αλλοθρήσκων. Το εν λόγω δικαίωμα δεν πρέπει να μεταλλάσσεται σε "εκπτωτικό κουπόνι μαθησιακής αναίδειας".

Πρόσφατα είχα δύο τηλεφωνικές συνομιλίες με τη Διεύθυνση Σπουδών, Τμήμα Γ του ΥΠΕΠΘ, στην οποία Διευθυντής είναι ο κ.Νικολόπουλος και μίλησα, την πρώτη φορά, με την κ. Γεωργιτσόγιαννη, ενώ τη δεύτερη, με την κ. Αντωνίου (και οι δύο κυρίες είναι παρά τω Νικολοπούλω). Μου είπαν ότι τελεί εις γνώσιν τους 1) η εκκρεμότητα του θέματος περί προθεσμίας απαλλαγών και 2) η καταστρατήγηση του νόμου από πλευράς Διευθυντών. Στη συνέχεια με διαβεβαίωσαν ότι τα εν λόγω θέματα συζητούνται, αλλά η επίλυσή τους εξαρτάται από την πολιτική του υπουργείου. Δεν μου απέκλεισαν, επειδή καθίστανται αποδέκτες ανάλογων αιτημάτων από διαφόρους φορείς, να επανέλθει το υπουργείο με νεώτερη διευκρινιστική εγκύκλιο, αλλά μου επεσήμαναν και το εμπερίστατο των χρονικών στιγμών, δηλαδή η εν εξελίξει γρίππη και η ομιχλώδης προεκλογική ατμόσφαιρα.Αγαπητοί συνάδελφοι, δυστυχώς δεν βοηθά την όλη υπόθεση η συγκεκριμένη χρονική συγκυρία. Φρονώ,δε, ότι μάλλον, σκοπίμως, δεν επιθυμούν να επιλυθούν τα παραπάνω θέματα, διότι, κατά την προσωπική μου γνώμη, είναι προδιαγεγραμμένη η εκφυλιστική πορεία του μαθήματός μας. Όμως, σ΄αυτό, συνηγορεί και η από μέρους μας αδράνεια, όταν, επί παραδείγματι, διστάζουμε να στηλιτεύσουμε την παρανομία των εκάστοτε Διευθυντών μας (δεν έχουμε κάτι με τα πρόσωπα, αλλά με τα έργα τους που ως θεσμικά όργανα ενεργούν), όταν ανέχομαστε την αυθαιρεσία τους, προκειμένου να είμαστε αρεστοί σ' αυτούς, τους οποίους ξεβολεύουμε "τραβώντας τους το αυτί", όταν ένοχα σιωπούμε "ΕΙΣ ΩΤΑ ΜΗ ΑΚΟΥΟΝΤΩΝ", όταν λέμε "σιγά μη βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα".

Συνάδελφοι, θέλουμε, πράγματι κάτι ν΄αλλάξει; θέλουμε να τους εμποδίσουμε από την ισοπέδωση, που σκόπιμα και σιγά - σιγά θέλουν να επιφέρουν; Αν η απάντηση είναι "ναι", τότε ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ υψώνοντας τη φωνή σας απέναντι στο άδικο. ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ εν ονόματι ΟΛΩΝ των μαθητών σας, που αληθινά αγαπάτε. ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΊΤΕ εν ονόματι της Χριστοκεντρικής προτροπής: "τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ".

Με συναδελφική αγάπη και εκτίμηση

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΠΑΠΑΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (θεολόγος - 1ο Γυμνάσιο Βούλας)

* * * *

Αγαπητέ συνΑΔΕΛΦΕ, αντευχόμαστε - συμφωνούμε - συνεχίζουμε (τον αγώνα)....
Καλή κι' Ευλογημένη Σχολική Χρονιά να' χουμε!

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Οι εισηγήσεις των επιστημόνων στο 11ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο της Ρώμης












* Οι χαιρετισμοί του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ', του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, του Kοσμήτορα της Θεολoγικής Σχολής και του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ - «Αιχμηρή» τοποθέτηση του ρωμαιοκαθολικού Αρχιεπισκόπου Κερκύρας κ. Ιωάννη Σπιτέρη για τις θεολογικές θέσεις των Μητροπολιτών Περγάμου και Πειραιώς και του μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη
* * * *
Με απόλυτη επιτυχία ολοκληρώθηκε στη Ρώμη το 11ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο που πραγματοποιήθηκε από 3 μέχρι 5 Σεπτεμβρίου, είχε σαν διοργανωτές το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ και το Ποντιφικό Πανεπιστήμιο «Antonianum» της Ρώμης και κεντρικό θέμα «Ο ιερός Αυγουστίνος στην Ανατολική και Δυτική Παράδοση».

Στο Συμπόσιο θερμό χαιρετισμό (τον οποίο ανέγνωσε ο ο πρωτοπρεσβύτερος και καθηγητής της Καινοδιαθηκικής Θεολογίας του ΑΠΘ, π. Ιωάννης Σκιαδαρέσης) απέστειλε ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ο οποίος εμφανίσθηκε ιδιαίτερα θετικός σε παρόμοιες επιστημονικές πρωτοβουλίες, σαν αυτές των δύο πανεπιστημιακών θεολογικών Τμημάτων, της Θεσσαλονίκης και της Ρώμης που έχουν σαν στόχο τη θεολογική διερεύνηση των διαφορετικών παραδόσεων της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Όπως έγραψε το “amen.gr” ((http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=528), o κ. Ιερώνυμος, υποστήριξε ότι «τα συμπεράσματα τέτοιων επιστημονικών συμποσίων είναι δυνατόν να αποβούν επωφελή και για τον θεολογικό διάλογο μεταξύ των Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών», ενώ ειδικά για τη περίπτωση του Επισκόπου Ιππώνος Αγίου Αυγουστίνου - ενός κοινού Αγίου των δύο Εκκλησιών – ο Αρχιεπίσκοπος τόνισε ότι «η μελέτη της θέσης και του έργου του στη Δυτική και την Ανατολική παράδοση παρουσιάζεται εξόχως σημαντική για την ίδια τη σχέση μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας».

Ο ΠΑΠΑΣ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ

Ο Πάπας της Ρώμης κ. Βενέδικτος ΙΣΤ’, στο δικό του μήνυμα (το οποίο ανέγνωσε ο υπογραμματέας του Ποντιφικικού Συμβουλίου για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας, Monsignor Eleuterio Fortino) εξέφρασε την «ιδιαίτερη χαρά» του για τη εκδήλωση, χαρακτηρίζοντας το Συμπόσιο ως «πρωτοβουλία αδελφικής συνάντησης και αντιπαραβολής πάνω στις κοινές όψεις της πνευματικότητας, η οποία αποτελεί την ευεργετική λύμφη για μια ευρύτερη σχέση μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων», υποστηρίζοντας, παράλληλα, ότι «η γνώση, με ιστορική αντικειμενικότητα και αδελφική εγκαρδιότητα, του δογματικού και πνευματικού πλούτου που συνθέτουν οι χριστιανικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης, καθίσταται επιβεβλημένη όχι μόνο για την αξιοποίησή τους, αλλά και για την προώθηση μιας καλύτερης αμοιβαίας εκτίμησης μεταξύ όλων των χριστιανών».

Ο ΚΟΣΜΗΤΟΡΑΣ

Με θερμά λόγια για τη διοργάνωση του συνεδρίου μίλησαν, εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, ο κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, καθηγητής Παιδαγωγικών κ. Ιωάννης Κογκούλης και ο πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας, καθηγητής Παλαιοδιαθηκικής Θεολογίας κ. Δημήτρης Καϊμάκης.

Ο κ. Κογκούλης αναφερόμενος στο θέμα του συνεδρίου εξέφρασε τη εκτίμηση πως «μελετώντας αγίους, όπως είναι ο Ιερός Αυγουστίνος, ενδυναμώνεται η πεποίθησή μας πως στο θεολογικό και γενικότερα τον εκκλησιαστικό χώρο οι όποιες πρωτοβουλίες θα καρποφορήσουν επ’ αγαθώ της οικουμένης, όταν συναντηθούν στους όντως αγίους μας», ενώ καταλήγοντας ανέφερε ότι «η Θεολογική Σχολή, την οποία διακονώ ως Κοσμήτορας, "συγχαίρει πάσιν υμίν" (Φιλ. 2,17) για τη διοργάνωση του παρόντος συνεδρίου».

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Ο κ. Καϊμάκης, τέλος, ανέφερε ότι σ’ έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από έντονες αντιπαραθέσεις και ανάπτυξη ανταγωνιστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα, το αίτημα για συμφιλίωση των ανθρώπων προβάλλει συνεχώς και πιο επιτακτικό. Δεν υπάρχει αμφιβολία, επεσήμανε, ότι μεγαλύτερη ευθύνη να ανταποκριθούν στο αίτημα αυτό και να εργαστούν προς την κατεύθυνση της συμφιλίωσης έχουν οι χριστιανοί, αφού βασικό στόχο της πίστης τους έχουν την επίτευξη μιας αυθεντικής κοινωνίας και προσέθεσε ότι το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αναλαμβάνοντας το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί απέναντι στην Εκκλησία και την κοινωνία γενικότερα, ξεκίνησε και συνεχίζει αδιαλείπτως από το 1992 μέχρι σήμερα να διοργανώνει συμπόσια πνευματικότητας σε συνεργασία με το Ποντιφικό Ινστιτούτο Αntonianum. Πιστεύουμε, κατέληξε, λοιπόν ότι η αυθεντική και σε υγιείς θεολογικές βάσεις εδραζόμενη πνευματικότητα είναι αυτό που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο έχει ανάγκη η σύγχρονη κοινωνία. Αναζητώντας αυτές τις αυθεντικές πηγές της πνευματικότητας επιδιώκουμε να τις αναδείξουμε και να τις απαλλάξουμε από ενδεχόμενες παρανοήσεις και στρεβλώσεις που η μακραίωνη απομάκρυνση των Εκκλησιών μας ίσως επέφερε…».

* Σημειωτέον ότι ο πανοσιολογιώτατος αρχιμανδρίτης και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, π. Ειρηναίος Δελιδήμος ανέγνωσε μηνύματα των σεβ/των Μητροπολιτών Ιωαννίνων Θεοκλήτου , Βεροίας Παντελεήμονος, Δημητριάδος Ιγνατίου και Σύρου Δωροθέου.
ΟΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Παρακάτω παραθέτουμε (σε μορφές αρχείου word) τα μηνύματα, τους χαιρετισμούς και τις λίαν ενδιαφέρουσες εισηγήσεις που παρουσιάσθηκαν στο Διαχριστιανικο Συμπόσιο της Ρώμης:

OI EIΣΗΓΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΘΗΚΑΝ ΣΤΟ
ΧΙ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

Ο ιερός Αυγουστίνος στη Δυτική και Ανατολική Παράδοση
(Sant’Agostino nella tradizione occidentale e orientale)

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου

ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Ο Mons. ELEUTERIO FORTINO και ο καθ. Πετροσ Βασιλειαδης
Χαιρετισμοί εκκλησιαστικών και ακαδημαϊκών αρχών:

- Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄
- Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου
- Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ
- Προέδρου Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ
- Προέδρου Ινστιτούτου Πνευματικότητας ANTONIANUM
- Σεβ. Αρχιεπισκόπου Κέρκυρας κ. Ιωάννης Σπιτέρης - Εισαγωγή στο θέμα του Συμποσίου
(σημ. συντάκτου: Εντύπωση, μάλλον αρνητική, προκαλεί η εισήγηση του Ρ/Κ σεβ/του Ρ/Κ Αρχιεπισκόπου Κέρκυρας, για την αιχμηρή κριτική που ασκεί σε βάρος της βυζαντινής θεολογίας (υποστηρίζοντας ότι «είχε πάντοτε την αλαζονική συνείδηση πως υπερείχε της λατινικής»), κατά ορθοδόξων επισκόπων (όπως, π.χ. εις βάρος του σεβ/του Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, που τον κατηγορεί ως «παρερμηνευτή του Αγ. Αυγουστίνου», του σεβ/του Πειραιώς Σεραφείμ Μεντζελοπούλου που τον θεωρεί ως «κατήγορο» του Αγ. Αυγουστίνου και αρνητή της αγιότητάς του) και κληρικών (όπως π.χ. κατά του μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, τον οποίο, επίσης, θεωρεί ως «παρερμηνευτή» του Αγ. Αυγουστίνου), κλπ. Αν και διευκρινίζει ο σεβ/τος Ρ/Κ Αρχιεπίσκοπος ότι «η εισήγησή του απευθύνεται σε ρωμαιοκαθολικούς και περιορίζεται μόνον στις αρνητικές κριτικές εναντίον του ιερού πατρός, χωρίς βέβαια να αγνοεί και την θετική εκτίμηση πολλών Ορθοδόξων», εν τούτοις, πιστεύουμε ότι επειδή παρευρίσκονταν εκεί και ορθόδοξοι θα μπορούσε – υπό την ιδιότητα και του φιλοξενούντος - για λόγους ευγενείας να είναι ηπιότερος στις εκφράσεις και μετριοπαθέστερος στις κρίσεις του - XA.AN.)
Πρώτη συνεδρία
ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Οι καθ. PIETRO MESSA και AΝΕΣΤΗΣ ΚΕΣΣΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

Johannes B. Freyer, OFM: Ο Άγιος Αυγουστίνος στην φραγκισκανική παράδοση

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου

Δεύτερη συνεδρία
ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Οι καθ. MARIA GRAZIA MARA και ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ








Νικος Μαγγιώρος: Ο ιερός Αυγουστίνος στην κανονική παράδοση της Ανατολής

Πέμπτη συνεδρία
ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Οι πρόεδροι του Istituto di Spiritualità del P.U.A. & του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, καθ. PAΟLO MARTINELLI και ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΪΜΑΚΗΣ

Εσπερινός κατά το βυζαντινό τυπικό στον Ι. Ν. του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, Ρώμης

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Διαχριστανικό Συμπόσιο για τον ιερό Αυγουστίνο


Ο ιερός Αυγουστίνος

στη Δυτική

και Ανατολική

Παράδοση

* Διαχριστιανικό Συμπόσιο στη Ρώμη με συνδιοργανωτές το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ., το Istituto Francescano Di Spiritualita della Rontificia Universita Αntonianum di Roma και το Ιstituto Patristico Augustianum di Roma

Από τις 3 μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου στη πόλη της Ρώμης θα πραγματοποιηθεί το 11ο κατά σειρά επιστημονικού χαρακτήρα διαχριστιανικό συμπόσιο που συνδιοργανώνουν εν είδει θεσμού, κατ’ έτος, τα τελευταία ένδεκα χρόνια το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και το Φραγκισκανό Ινστιτούτο Πνευματικότητας του Ποντιφικού Πανεπιστημίου Antonianum της Ρώμης, σε συνεργασία με το Πατρολογικό Ινστιτούτο Augustianum της Ρώμης.

Ως θέμα του φετινού Συμποσίου έχει επιλεγεί «Ο ιερός Αυγουστίνος στη Δυτική και την Ανατολική Παράδοση» («Sant’Agostino nella tradizione occidentale e orientale»), ενώ στις εργασίες, από ελληνικής πλευράς θα συμμετάσχουν, στο προεδρείο ο πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας κ. Δημ. Καϊμάκης και ο καθηγητής κ. Ανέστης Κεσσελόπουλος και με σχετικές εισηγήσεις τους οι καθηγητές του Τμήματος κ.κ. Πέτρος Βασιλειάδης, Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Γεώργιος Μαρτζέλος, οι αναπληρωτές καθηγητές κ.κ. Δήμητρα Κούκουρα και Παναγιώτης Σκαλτσής οι επίκουροι καθηγητές κ.κ. Αννα Κόλτσιου – Νικήτα, Νίκος Μαγγιώρος, Χρήστος Αραμπατζής, Φώτης Ιωαννίδης και ο λέκτορας κ. Παναγιώτης Υφαντής.

Αναλυτικά το πρόγραμμα του Συμποσίου έχει ως ακολούθως:

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου

09.00 Θεία Λειτουργία (κατά το ρωμαϊκό τυπικό) στο Μοναστήρι των αυγουστινιανών των Santi Quattro Coronati

Έναρξη του Συμποσίου

ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Ο Mons. ELEUTERIO FORTINO και ο καθ. Πετρος Βασιλειαδης
11.00 Χαιρετισμοί των ακαδημαϊκών αρχών
12.00 Σεβ. Αρχιεπ. Κέρκυρας κ. Ιωάννης Σπιτέρης - Εισαγωγή στο θέμα του Συμποσίου

Πρώτη συνεδρία

ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Οι καθ. PIETRO MESSA και AΝΕΣΤΗΣ ΚΕΣΣΕΛΟΠΟΥΛΟΣ
17.00 Γεώργιος Μαρτζέλος: Νους και βούληση κατά τον ιερό Αυγουστίνο και την ανατολική πατερική παράδοση.
17.30 Johannes B. Freyer, OFM: Ο Άγιος Αυγουστίνος στην φραγκισκανική παράδοση
18.00 Συζήτηση

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου

Δεύτερη συνεδρία

ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Οι καθ. MARIA GRAZIA MARA και ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
09.00 Nello Cipriani, OSA: Οι τριαδολογικές απόψεις του Αγίου Αυγουστίνου
09.30 Παναγιώτης Σκαλτσης – Παναγιώτης Υφαντής: Η γλυκύτητα του Θεού στον Αυγουστίνο Ιππώνας­. Παράλληλες αναγνώσεις – Ορθόδοξες λατρευτικές ακολουθίες προς τιμήν του ιερού Αυγουστίνου.
10.00 Συζήτηση
11.00 Διάλλειμα
11.30 VITTORINO Grossi, OSA: Η θεολογική εξέλιξη της αυγουστινιανής ανθρωπολογίας.
12.00 Φώτης Ιωαννίδης: Η θεία χάρη στον ιερό Αυγουστίνο και στην Ανατολική Παράδοση
12.30 Συζήτηση

Τρίτη συνεδρία

ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Οι καθ. PIERLUIGI CARMINATI και Γεώργιος Μαρτζέλος
17.00 Πέτρος Βασιλειάδης – Μιλτιάδης Κωνσταντίνου: Αυγουστίνος - Παύλος – Προφήτες: Το πρόβλημα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας
17.30 ROBERT Dodaro, OSA: Η πνευματική τελείωση κατά τον Αυγουστίνου.
18.00 Συζήτηση

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου

Τέταρτη συνεδρία

ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Οι καθ. ROBERT DODARO και ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΚΟΥΡΑ
09.00 ]MARIA GRAZIA Mara: Ο Αυγουστίνος και μερικοί Έλληνες Πατέρες
09.30 Αννα Κόλτσιου - Χρήστος Αραμπατζής: Ελληνικές μεταφράσεις έργων του ιερού Αυγουστίνου: κίνητρα και σκοποί - Το κύρος και η αυθεντία του ιερού Αυγουστίνου στην μεταβυζαντινή γραμματεία.
10.00 Συζήτηση
11.00 Διάλλειμα
11.30 BASILIO Petrà: Το θέμα της πλάνης στον Άγιο Αυγουστίνο υπό το φως της σύγχρονης ηθικής
12.00 Νικος Μαγγιώρος: Ο ιερός Αυγουστίνος στην κανονική παράδοση της Ανατολής
12.30 Συζήτηση

Πέμπτη συνεδρία

ΠΡΟΕΔΡΟΙ: Οι πρόεδροι του Istituto di Spiritualità del P.U.A. & του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, καθ. PAΟLO MARTINELLI και ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΪΜΑΚΗΣ

16.00 Συμπεράσματα
18.00 Εσπερινός κατά το βυζαντινό τυπικό στον Ι. Ν. των Αγίων Θεοδώρων της Ρώμης
21.00 Μουσική εκδήλωση:Concerto Ritratti di Maria eseguito dal coro Vocalia consort diretto da Marco Berrini, presso la Chiesa di s. Maria in Ara Coeli di Roma.

Τόπος Συμποσίου

3-4 Σεπτεμβρίου: Collegio Internazionale s. Lorenzo da Brindisi dei Frati Minori Cappuccini
G.R.A. Km. 65.050, 00166 Roma
Tηλ. 0039.06.660521 * Fax 0039.06.6616.2401

5 Σεπτεμβρίου: Istituto Patristico Augustinianum di Roma
Via Paolo VI 25, 00193 Roma
Tηλ. 0039.06.6800.6238 * Fax 0039.06.6800.6298

Πληροφορίες

Fr. Paolo Martinelli, OFMCap fp.martinelli@virgilio.it * Κιν. 0039.3396608762
Fr. Luca Bianchi, OFMCap lucabianchi61@libero.it * Κιν. 0039.3487450245

επικ. καθ. Nikος Maγγιώρος nikmag@theo.auth.gr * Κιν. 00306937604555
επικ. καθ. Χρηστος Αραμπατζης arab@theo.auth.gr * Τηλ. 00302310997023

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009

To Συμβούλιο της Ευρώπης υπέρ της υποχρεωτικότητας του θρησκευτικού μαθήματος

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Υπέρ της υποχρεωτικότητας του θρησκευτικού

μαθήματος το Συμβούλιο της Ευρώπης

* Αποφασίσθηκε να ενισχυθεί η επιμόρφωση των θεολόγων καθηγητών

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΙΟ, Ιούλιος 2009

Με επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της δεύτερης συνάντησης του Συμβουλίου της Ευρώπης, του τομέα του διαπολιτισμικού διαλόγου, με θέμα τη θρησκευτική διάσταση του διαπολιτισμικού διαλόγου (29 και 30 Ιουνίου). Στη συνάντηση αυτή, όπως και κατά την προηγούμενη το 2008, έλαβαν μέρος τα κράτη μέλη και οι παρατηρητές του Συμβουλίου της Ευρώπης, αντιπρόσωποι των θρησκευτικών και μη θρησκευτικών πεποιθήσεων, καθώς επίσης και εκπρόσωποι της Κοινωνίας των Πολιτών, μέσα σε έναν ανοικτό και διαφανή διάλογο γύρω από το σημαντικό θέμα «η διδασκαλία των μαθήματος των θρησκευτικών ως εργαλείο γνώσης του θρησκευτικού φαινομένου και των διαφόρων θρησκευτικών ή μη πεποιθήσεων στην εκπαίδευση. Συμβολή στην δημοκρατική εκπαίδευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον διαπολιτισμικό διάλογο».

Την επιστημονική αυτή εκδήλωση παρακολούθησαν εκπρόσωποι του Χριστιανισμού, του Ιουδαϊσμού και του Ισλαμισμού, εκπρόσωποι φιλοσοφικών και μη ομολογιακών οργανώσεων, εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Πανεπιστημιακοί, Σύμβουλοι και άλλοι εκπρόσωποι της Κοινωνίας των Πολιτών, ύστερα από πρόσκληση του κ. Guido Bellatti Ceccoli, Πρέσβη της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δημοκρατίας του Σαν Μαρίνο και Προέδρου της Ομάδας της Επιτροπής των Υπουργών για την Εκπαίδευση, τον Πολιτισμό, τη Νεότητα και το Περιβάλλον και του κ. Christian Oldenburg, Πρέσβη της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δανίας και Προέδρου της Ομάδας της Επιτροπής των Υπουργών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Συμμετείχαν επίσης η κ. Gabriella Battaini-Dragoni, Συντονίστρια του Διαπολιτισμικού διαλόγου του Συμβουλίου της Ευρώπης, εκπρόσωποι του νέου Ευρωπαϊκού Κέντρου Wergeland (Όσλο, Νορβηγία), το οποίο μελετά το θέμα του διαθρησκειακού διαλόγου στην Εκπαίδευση και άλλα στελέχη του Συμβουλίου. Μεταξύ των προσκεκλημένων ήταν και ο αγαπητός συνάδελφος και εκλεκτός φίλος, Δρας Θεολογίας και Κοινωνιολογίας και στέλεχος
της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Ι. Μητρόπολης Δημητριάδος
Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς, Σύμβουλος της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Oπως επισημάνθηκε στις εργασίες της συνάντησης, το θέμα της διαπολιτισμικής διαφορετικότητας είναι διάχυτο σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας μας. Μια από τις βασικές προτεραιότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ο διαπολιτισμικός διάλογος, ώστε η διαφορετικότητα να μην αποτελεί στοιχείο συγκρούσεων αλλά πηγή αμοιβαίου εμπλουτισμού και να ενθαρρύνει την κατανόηση, τη συμφιλίωση και τον αλληλοσεβασμό μέσα στις σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Σκοπός της όλης προσπάθειας ήταν η μελέτη δύο βασικών κειμένων της Λευκής Βίβλου (White Paper) για τον Διαπολιτισμικό Διάλογο και της Οδηγίας (Recommadation) CM/Rec(2008)12 με τίτλο «Οι θρησκευτικές και μη θρησκευτικές πεποιθήσεις στην διαπολιτισμική εκπαίδευση».

Η διαχείριση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας της Ευρώπης αποτελεί, όπως επισημάνθηκε σχετικά, βασική προτεραιότητα του Συμβουλίου της Ευρώπης και έχει εμπλουτισθεί με σειρά σημαντικών συναντήσεων οι οποίες υιοθετήθηκαν από την Τρίτη Διάσκεψη κορυφής των επικεφαλής των Κρατών και των Κυβερνήσεων στη Βαρσοβία, τον Μάιο του 2005. Η Δήλωση (Déclaration de Faro), η οποία υιοθετήθηκε στη διάσκεψη των Υπουργών Πολιτισμού τον Οκτώβριο του 2005, πρότεινε, μεταξύ άλλων, και την προετοιμασία ενός «βιβλίου» για το διαπολιτισμικό διάλογο. Ποικίλες συναντήσεις έλαβαν χώρα, μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου του 2006, με αντικείμενο το ρόλο του διαπολιτισμικού διαλόγου. Η «Λευκή Βίβλος» δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2008 από τους Υπουργούς Εξωτερικών των 47 Κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ η Οδηγία για τη θρησκευτική διάσταση του διαπολιτισμικού διαλόγου βασίστηκε στη «Λευκή Βίβλο» για τον διαπολιτισμικό διάλογο και δίδει προτάσεις και κατευθύνσεις για τη σημασία της διδασκαλίας των Μαθήματος των Θρησκευτικών στην Πρωτοβάθμια και την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Από την πλευρά του ο Δρας Κωνσταντίνος Ζορμπάς υπογράμμισε ότι «η Θρησκεία αποτελεί το κατ’ εξοχήν συστατικό μίας κοινωνίας που συμβάλλει στην κοινωνική συνοχή. Είναι επιτακτικό για τους μαθητές και τις μαθήτριες, κυρίως μετανάστες, να γνωρίζουν όχι μόνον την πλούσια θρησκευτική παράδοση του τόπου τους, αλλά και τις υπόλοιπες θρησκευτικές παραδόσεις, ώστε να προάγεται η κατανόηση, η ανοχή και η συμφιλίωση μεταξύ όλων των ανθρώπων της οικουμένης, ανεξάρτητα από θρησκευτικές πεποιθήσεις. Γι’ αυτό και είναι αναγκαία η υποχρεωτική διδασκαλία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, ακόμη και στους μαθητές εκείνους που δεν επιθυμούν, για διαφόρους λόγους, να παρακολουθήσουν ένα ομολογιακό μάθημα». Επεσήμανε μάλιστα την ανάγκη για συνεχή εκπαίδευση των Θεολόγων Καθηγητών (ΠΕ1), στα πλαίσια του Προγράμματος της δια βίου εκπαίδευσης, πρόταση η οποία υιοθετήθηκε στα συμπεράσματα της παραπάνω συνάντησης.

* Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη ενθάρρυναν τις προσπάθειες του Συμβουλίου της Ευρώπης να συντονίσει, να τονώσει και να καθοδηγήσει ποικίλες δράσεις για τους Εκπαιδευτικούς του Μαθήματος των Θρησκευτικών. Τόνισαν επίσης την ανάγκη να εξασφαλιστεί η υποχρεωτικότητα του Μαθήματος, αλλά και να τυπωθούν νέα εγχειρίδια προς ενίσχυση του έργου των Καθηγητών. Υπογράμμισαν τέλος τη δέσμευσή τους να βοηθήσουν τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να βοηθήσουν τους νέους και τις νέες κάθε πίστης και πεποίθησης με κοινές συναντήσεις και με τη διδασκαλία διαφόρων θεμάτων που αφορούν την ηθική διάσταση της καθημερινότητάς τους.

(Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης:
http://www.coe.int/t/dc/press/news/20090602_cm_dialogue_interculturel_fr.asp)

* Πηγή: Eνωση Θεολόγων ν. Λάρισας: http://theologylar.blogspot.com/2009/07/to.html

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Ωρα - και - για θεολόγους στα Δημοτικά

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ
Γραφείο 404, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ,
54624 Θεσσαλονίκη
τηλ. – fax: 2310 997113,
mail: theologoi@gmail.com,
URL: www.theologoi.wordpress.com

Θεσσαλονίκη 13.07.2009

Προς τον κ. Πρόεδρο της ΔΟΕ
κ. Δημήτριο Μπράτη

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε,

Σε ομιλία σας που κάνατε στην 78η Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ, αναφορικά με το διορισμό στην Α/θμια Εκπαίδευση, είπατε ότι:

«Τελευταία έχουμε και τις προτάσεις της Ένωσης Θεολόγων να διδάσκουν το μάθημα των θρησκευτικών στα Δημοτικά, τις οποίες δυστυχώς υιοθέτησε και ο Αρχιεπίσκοπος. Δεν θα το επιτρέψουμε ποτέ να γίνει. Δεν θα επιτρέψουμε να διαλυθεί το σχολείο και να γίνει κέντρο διερχομένων. Δεν είναι συντεχνιακό. Έχει να κάνει με την ποιότητα της Εκπ/σης, έχει να κάνει με αυτό που υπηρετεί το Δημοτικό σχολείο στη χώρα μας».

Από αυτά που είπατε αλλά και από αυτά που δεν είπατε κ. Πρόεδρε, θα θέλαμε να σας αποδείξουμε ότι δεν αντιμετωπίζετε το θέμα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στην Α/θμια Εκπ/ση, βάσει των ποιοτικών κριτηρίων της αγωγής και βάσει του σκοπού που υπηρετεί το Δημοτικό σχολείο στη χώρα μας, όπως ισχυρίζεσθε.

Η θρησκευτική αγωγή στο σχολείο είναι υπόθεση όλου του ελληνικού λαού. Έχει ανυπολόγιστη αξία, διότι συνδέεται όχι μόνον με της υπαρξιακές ανάγκες του παιδιού, αλλά και με την ηθικοκοινωνική και πολιτισμική δομή της προσωπικότητάς τους. Λέτε ότι δεν θα επιτρέψετε στους θεολόγους να διδάξουν το μάθημα των θρησκευτικών στα δημοτικά. Οι θεολόγοι, όμως, είναι οι μόνοι ειδικοί επιστήμονες στην Ελλάδα για τη διδασκαλία των θρησκευτικών. Πέρα από τη θεολογική και θρησκειολογική τους κατάρτιση, έχουν κάνει Παιδαγωγική με Πρακτική Άσκηση στο σχολείο, Διδακτική του μαθήματος των θρησκευτικών με πρακτική άσκηση στο σχολείο, ψυχολογία, κοινωνιολογία, ηθική, πολιτισμό, βυζαντινή αρχαιολογία, λατρεία, μουσική κ.α. Στην Ευρώπη, κάθε εκπαιδευτικός που έχει κάνει αυτήν την κατάρτιση, διορίζεται είτε στο Δημοτικό, είτε στο Γυμνάσιο για να διδάσκει το μάθημα των θρησκευτικών. Εσείς, γιατί δεν θα το επιτρέψετε κ. Πρόεδρε;
Οι δάσκαλοι στο Δημοτικό είναι υποχρεωμένοι να διδάσκουν, όπως τα άλλα μαθήματα και το μάθημα των Θρησκευτικών; Γνωρίζετε, όπως γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες γονείς που έχουν παιδιά στο Δημοτικό Σχολείο, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των δασκάλων σε ολόκληρη τη χώρα δεν κάνουν θρησκευτική αγωγή στο σχολείο, παραβιάζοντας το πρόγραμμα, τον εκπαιδευτικό Νόμο και το Σύνταγμα της χώρας; Το Σύνταγμα της χώρας, την οποία, όπως λέτε υπηρετεί το Δημοτικό σχολείο, στο άρθρο 16, παρ. 2, ορίζει ως σκοπό της παιδείας, εκτός των άλλων και την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης». Ο ισχύων εκπαιδευτικός Νόμος 1566/1985, άρθρο 1, για τη «Δομή και τη λειτουργία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης» ορίζει ως έναν από τους σκοπούς της Εκπαίδευσης τη βοήθεια του σχολείου προς τους μαθητές για να έχουν «πίστη προς τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παράδοσης»; Στο νέο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών, (ΦΕΚ 303/13.03.2003, σ. 3735), αναφέρεται ως αναγκαία η διατήρηση της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας του κάθε Έλληνα, η οποία συνδέεται άμεσα με «την ανάπτυξη της εθνικής, πολιτισμικής, γλωσσικής και θρησκευτικής συνείδησης»; Όταν ένα μεγάλο μέρος των δασκάλων αποφεύγουν να διδάξουν το μάθημα των θρησκευτικών, τότε πώς λέτε ότι το Δημοτικό υπηρετεί την χώρα μας;
Η διδασκαλία της θρησκευτικής αγωγής στο Δημοτικό σχολείο που, εκτός των άλλων έχει σχέση με την πολιτισμική μας ταυτότητα, χωλαίνει και είναι πλημμελής. Αποτελεί κοινό μυστικό ότι τις ώρες των θρησκευτικών, που μεταφράζονται σε εκατοντάδες θέσεων εργασίας σε όλη την χώρα, τις καρπούνται κάποιοι, τους οποίους πληρώνει ο λαός, χωρίς να εργάζονται γι’ αυτές τις συγκεκριμένες ώρες, χωρίς να παράγουν το συγκεκριμένο έργο.
Είναι γνωστό ότι για λόγους ιδεολογικούς, έχει υποτιμηθεί η Διδακτική των Θρησκευτικών, η οποία στα Παιδαγωγικά Τμήματα, στην πλειοψηφία των οποίων δεν προσφέρεται καν η απαιτούμενη κατάρτιση των υποψηφίων δασκάλων. Ενώ υπάρχει σε όλα τα Τμήματα διδακτική της Γλώσσας, της Ιστορίας, της φυσικής, των μαθηματικών κ.α., στα περισσότερα δεν υπάρχει Διδακτική των Θρησκευτικών. Η υποτίμηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει ούτε η στοιχειώδης κατάρτιση στην πλειοψηφία των δασκάλων για το μάθημα των θρησκευτικών. Όπως γνωρίζετε, για να διδάξει ένας θεολόγος το μάθημα των θρησκευτικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση περνάει 4ετή φοίτηση στις από τις καθηγητικές θεολογικές σχολές.
Στην Ευρώπη σήμερα, σε κανένα από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συμβαίνει αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας. Τα είκοσι έξι (26) κράτη-μέλη δίνουν μεγάλη ηθικοκοινωνική αλλά και θεολογική αξία και σημασία στη θρησκευτική αγωγή. Αποτελεί ένα βασικό μάθημα του σχολείου και διδάσκεται με επιστημονικές και παιδαγωγικές προϋποθέσεις θεολογικά και όχι θρησκειολογικά. Γι’ αυτό δεν επιτρέπεται να διδάξουν το μάθημα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση δάσκαλοι που δεν έχουν καταρτιστεί Ακαδημαϊκά πάνω στην θεολογική επιστήμη και τη Διδακτική των Θρησκευτικών.

Έτσι οι φοιτητές που επιθυμούν να διδάξουν θρησκευτική αγωγή στην Ευρώπη είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθήσουν μαθήματα για κάποια εξάμηνα είτε σε θεολογικές σχολές είτε σε ειδικά θεολογικά κολέγια για την ειδική επιστημονική συγκρότηση που απαιτείται για τη διδασκαλία της θρησκευτικής αγωγής. Το θέμα λοιπόν της διδασκαλίας των θρησκευτικών από θεολόγους στο Δημοτικό, κύριε Πρόεδρε, δεν είναι συντεχνιακό και σ’ αυτό συμφωνούμε και εμείς. Είναι θέμα αγωγής. Τα παιδιά είναι ανάγκη να έχουν μια ολόπλευρη αγωγή-μόρφωση για να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Η θρησκευτική αγωγή αποτελεί επιστημονικά μια αναγκαία και απαραίτητη πλευρά αυτής της αγωγής, διότι ένα μεγάλο κομμάτι της ζώσας πραγματικότητας σχετίζεται κοινωνικά, ηθικά, πολιτισμικά, λαογραφικά και αρχαιολογικά με την ορθόδοξη χριστιανική πολιτισμική μας παράδοση. Το μάθημα όχι μόνο πρέπει να διδάσκεται στο Δημοτικό, αλλά να διδάσκεται σωστά, επιστημονικά, προσφέροντας στα παιδιά τα θρησκευτικά ερεθίσματα, τους θεολογικούς προβληματισμούς, τις υποδομές που απαιτεί η σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης.
Οι θρησκευτικές γνώσεις και πληροφορίες, είναι ανάγκη να ενημερώνουν βασικά τα παιδιά για τη δική τους πίστη. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να το ενημερώνουν και για τις άλλες μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της ανθρωπότητας καθώς και για το σεβασμό τους και την ανοχή που πρέπει να δείχνουν απέναντι στη θρησκευτική ετερότητα.
Αν λοιπόν, όπως λέτε, το θέμα για σας σχετίζεται με την ποιότητα της εκπαίδευσης και με αυτό που υπηρετεί το δημοτικό σχολείο στη χώρα μας, γιατί επιμένετε να στηρίζετε αυτό το καθεστώς;
Και γιατί κ. Πρόεδρε δεν θα επιτρέψετε να μπουν θεολόγοι στο Δημοτικό. Για να μη γίνει κέντρο διερχομένων όπως λέτε; Μα με τις άλλες ειδικότητες που μπήκαν από καθηγητικές σχολές, πως δεν έγινε κέντρο διερχομένων;
Εμείς θέλουμε το Δημοτικό Σχολείο να είναι Κέντρο Αγωγής-Παιδείας-μόρφωσης. Γι’ αυτό θέλουμε το θεολόγο στο Δημοτικό. Για να κάνει αγωγή – θρησκευτική αγωγή. Για να γίνεται το μάθημα των θρησκευτικών σωστά από ειδικούς επιστήμονες.
Εκείνοι που κάνουν το Δημοτικό σχολείο κέντρο διερχομένων είναι οι δάσκαλοι που παραβιάζουν το Πρόγραμμα, το Νόμο και το Σύνταγμα όσον αφορά τη θρησκευτική αγωγή. Δεν θα το κάνουν οι Θεολόγοι, όπως δεν το έκαναν οι Γυμναστές, οι Μουσικοί, οι καθηγητές Ξένων Γλωσσών.
Κύριε Πρόεδρε, το θέμα είναι σοβαρό. Είναι θέμα καθαρά παιδαγωγικό και έχετε υποχρέωση να το δείτε με υπευθυνότητα.
Το γεγονός ότι ανοίχτηκε διάλογος για το σπουδαίο αυτό θέμα αποτελεί υγιές στοιχείο, διότι η παιδεία είναι θέμα εθνικό και αφορά ολόκληρο το λαό.
Θα θέλαμε να αποσυνδέσετε τη θρησκευτική αγωγή με τις θέσεις που έχετε πρόσφατα διατυπώσει για το χωρισμό Εκκλησίας-Πολιτείας. Η θρησκευτική αγωγή είναι ένα σχολικό μάθημα, που ανήκει στην Πολιτεία, σχεδιάζεται και ελέγχεται από την Πολιτεία (κατάρτιση Προγραμμάτων, συγγραφή βιβλίων, οδηγίες εκπαιδευτικών, διορισμοί εκπαιδευτικών, σεμινάρια εκπαιδευτικών, σύμβουλοι).
Το θρησκευτικό μάθημα συνδέεται με την μακραίωνη παράδοση, τον πολιτισμό, τους αγώνες, τις θυσίες και την πίστη αυτού του λαού, αυτής της χώρας. Δεν είναι κατηχητικό διότι η κατήχηση γίνεται στην Εκκλησία, δεν είναι Ομολογιακό, διότι η Ορθοδοξία δεν είναι ομολογία, είναι σε κάθε περίπτωση πιο φιλελεύθερο και πιο ανοικτό στη δομή του από το θρησκευτικό μάθημα των Ευρωπαϊκών χωρών.
Το ότι υπάρχει ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης, εμπλουτισμού, είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Ωστόσο, η υποτίμηση, η σιωπηλή κατάργησή του στο δημοτικό σχολείο, αποτελεί θανάσιμο ηθικοκοινωνικό και πολιτισμικό λάθος, το οποίο θα το υποστεί πάλι στο μέλλον αυτή η χώρα.
Το μάθημα των Θρησκευτικών προσφέρει πολλά και μπορεί να προσφέρει περισσότερα, αν το αντιμετωπίσουμε διαφορετικά και αν το διδάσκουμε σωστά.
Θα θέλαμε επομένως να δείτε ως Ομοσπονδία το θέμα, ως θέμα αγωγής των παιδιών, λαμβάνοντας υπόψη και τις δικές μας θέσεις, και πιστεύουμε ότι μετά από ένα γόνιμο και δημιουργικό διάλογο, θα προκύψουν προβληματισμοί που ίσως μετατοπίσουν κάποια από τα κριτήρια που βάλατε ως προς το θέμα της ποιότητας της εκπαίδευσης.

Φιλικά και συναδελφικά,
Η Διοικούσα Επιτροπή

Παρέμβαση υπέρ της υποχρεωτικότητας της θρησκευτικού μαθήματος

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ
Γραφείο 404, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, 54624 Θεσσαλονίκη
τηλ. – fax: 2310 997113, mail: theologoi@gmail.com, URL: www.theologoi.wordpress.com


Προς
Τον αξιότιμο κ. Υπουργό
Παιδείας και Θρησκευμάτων
Αθήνα

Θεσσαλονίκη 13.07.2009

Κύριε Ὑπουργέ

Ἡ θρησκευτικότητα ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς σπουδαιότερες πτυχὲς τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι τὸ γνωστικὸ ἀντικείμενο, πού βοηθᾶ τὸ μαθητή νά ἀποκτήσει μιά ὑγιῆ θρησκευτικὴ συνείδηση, ποὺ νά ἀνταποκρίνεται στήν ἔμφυτη πνευματική του ἀνάγκη, ἀφοῦ ἡ πίστη στό Θεό ἀποτελεῖ ἕνα κύριο στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ἡ θρησκευτικότητα μπορεῖ νά καλύψει τὴν ἀνάγκη καὶ τὴν ἀναζήτηση πού ἔχει ὁ νέος γιά ἀφοσίωση καὶ αὐτοπραγμάτωση[1].

Ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία, ἤδη ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της, διαπιστώνοντας ὅτι οἱ πολίτες της, στή μεγάλη τους πλειονοψηφία εἶναι ἔνθεοι, ὅπως ὅλοι σχεδὸν οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων πρόγονοί τους καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχουν ἐκατοντάδες θρησκευτικὲς αἱρέσεις, μερικὲς ἀπό τίς ὁποῖες μάλιστα εἶναι καὶ ἐπικίνδυνες, θεώρησε ὡς ἀναγκαῖα τὴν ἔνταξη στό Πρόγραμμα Σπουδῶν τῆς Πρωτοβάθμιας καὶ Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.
Ἡ θρησκευτικὴ ἀγωγή, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ βασικότερα ἀνθρωπιστικὰ καὶ κοινωνικὰ μαθήματα τοῦ σχολείου, ἀποτελεῖ μιά σύγχρονη καὶ ἀπαραίτητη, ἰδιαίτερα στήν ἐποχὴ μας, σχολικὴ παιδευτικὴ διαδικασία, ποὺ στοχεύει σέ ἕνα καινούριο ἄνθρωπο καὶ ἕνα καινούριο κόσμο[2].
Στόχος της εἶναι νά βοηθήσει τὸ μαθητή νά καλλιεργήσει στήν ψυχὴ του τὴν ἐπιθυμία τῆς συμμετοχῆς του στήν ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ ἄρχισε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ συνεχίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Προσδοκία της εἶναι, ἐπίσης, νά συντελεῖ στή διαμόρφωση στάσεων καὶ τρόπων ζωῆς, ποὺ νά ἔχουν ὡς ἀφετηρία τους τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία. Ταυτόχρονα, συντελεῖ σημαντικὰ στό νά καλλιεργεῖται μέ ἀρτιότερο τρόπο στό σχολεῖο ἡ προετοιμασία ἑνὸς εὐρωπαίου ἀνθρώπου, ποὺ νά μπορεῖ νά συμμετέχει στή σύγχρονη κοινωνία τῆς πληροφορίας καὶ τῆς τεχνολογίας, διατηρώντας ὅμως τὰ ἰδιαίτερα ἀνθρωπιστικὰ καὶ κοινωνικὰ στοιχεῖα τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ. Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὁδηγεῖ τὸ μαθητή μέσα ἀπὸ μιά διαδρομή, κατὰ τὴν ὁποία συναντιέται ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός μέ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Εἶναι ἡ διαδρομή πού βιώθηκε ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ λαοῦ καὶ σχετίζεται ἄμεσα μέ αὐτό πού λέμε νεοελληνικὴ ταυτότητα[3]. Ἡ ταυτότητα αὐτή, ἐκτός ἀπό τίς ἄλλες σχεσιακὲς της συνδέσεις, σχετίζεται ἄμεσα καί μέ τήν ὀρθόδοξη θρησκευτικὴ συνείδηση, τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ ἡ χριστιανικὴ πίστη, ἄλλωστε, ἔχουν ἐπηρεάσει διαχρονικὰ τὴν ἑλληνικὴ νομοθεσία, τὴν κοινωνική, τὴν πολιτισμικὴ καὶ τὴν πολιτικὴ ζωή.
Ἡ ὀργανικὴ αὐτὴ σχέση ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς πολιτισμικὲς ἰδιαιτερότητες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ δὲ Εὐρωπαϊκὴ Ἓνωση, μέ τίς μέχρι τώρα ὁδηγίες της, ὄχι μόνο δέν ἐπιβάλλει τὴν κατάργηση ἢ παραχάραξη τῶν πολιτισμικῶν ἰδιαιτεροτήτων κανενὸς ἀπὸ τοὺς λαοὺς της, ἀλλὰ, ἀντίθετα, ἔχει ἐκφράσει τίς προθέσεις της γιά τὴν ἀνάγκη προστασίας καὶ διατήρησής τους.
Ἡ σχολικὴ θρησκευτικὴ ἀγωγή, ἐμπλουτισμένη ὅπως εἶναι μέ ἕνα συνδυασμό πού συμπεριλαμβάνει καὶ τὸν πολιτισμικὸ καὶ τὸν ἠθικοκοινωνικὸ προσανατολισμὸ τῶν μαθητῶν, ἀπαντᾶ ἱκανοποιητικὰ στό ὁμολογουμένως τεράστιο ἐνδιαφέρον, πού, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ὑπάρχει τὰ τελευταῖα χρόνια τόσο στην Ἑλλάδα, ὅσο καὶ στόν ὑπόλοιπο κόσμο, γιά τή θρησκεία καὶ τὴν πίστη[4].
Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἐμπνέει καὶ ἠθικοκοινωνικὲς ἀρχὲς στούς μαθητές. Τὰ τελευταῖα χρόνια, ἔντονη εἶναι ἡ αἴσθηση ὅτι ἡ ἀληθινὴ κοινωνικότητα καὶ τὸ γνήσιο ἀνθρώπινο ἦθος ἀποτελοῦν σπάνια φαινόμενα στίς σύγχρονες κοινωνίες[5]. Ἂν καὶ ἡ ἐποχὴ μας εἶναι ἔντονα ἐπικοινωνιακή, οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται μεγάλη μοναξιά, κλείνονται στον ἑαυτὸ τους καὶ «κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὸ στοιχεῖο τῆς διαφωνίας, τῆς ἀντιπαράθεσης καὶ τῆς σύγκρουσης»[6].
Αὐτὴ ἡ ἔλλειψη ἀληθινῆς κοινωνίας προσώπων εἶναι τὸ βασικὸ πρόβλημά τους, ἀφοῦ θεωρεῖται ἡ πηγὴ ὅλων τῶν ἀρνητικῶν καταστάσεων τῆς πολιτικοκοινωνικῆς ζωῆς.
Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, μέσα ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, πού πηγάζει ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὸ ἔντονο κοινωνικὸ καὶ εὐχαριστιακὸ πνεῦμα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀποζητᾶ τὴν προσωπικὴ σχέση καί καλλιεργεῖ τὴν κοινωνικότητα, καθὼς καί τίς ἀληθινὲς διανθρώπινες, οἰκουμενικὲς καὶ διαπροσωπικὲς σχέσεις ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους καὶ λαούς[7].

Οἱ λόγοι καθιέρωσης τῆς ὑποχρεωτικότητας τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς

Σὲ εὐρωπαϊκὰ κράτη, ὅταν σχεδιάζεται κάποια μεταρρύθμιση στό σχολεῖο καὶ εἰδικά σέ θέματα πού ἀφοροῦν στά Ἀναλυτικὰ Προγράμματα (Curricula), πραγματοποιεῖται μιά πολύχρονη ἐπιστημονικὴ διαδικασία ἀπὸ συσκέψεις καὶ ἔρευνες εἰδικῶν[8]. Ἡ διαδικασία αὐτή, ἀφοῦ καταλήξει σέ κάποιο πόρισμα, ἐφαρμόζεται πειραματικὰ γιά μία - δύο σχολικὲς χρονιές σέ κάποιες σχολικὲς μονάδες, ἐξετάζονται καὶ ἀναλύονται τὰ ἀποτελέσματα, οἱ ἀντιδράσεις δασκάλων-μαθητῶν, διαπιστώνεται, ἐὰν καὶ πόσο ὠφελεῖται ἤ βλάπτεται ὁ μαθητὴς καὶ ἡ παιδεία γενικότερα καὶ μετὰ συσκέπτεται ἡ πολιτικὴ ἡγεσία γιά ἀποφάσεις.
Ὡστόσο, ἐνημερώνεται ἡ κοινὴ γνώμη καὶ οἱ ἄμεσα ἐνδιαφερόμενοι, ζητεῖται ἡ θέση τῶν εἰδικῶν, τῶν γονέων, τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ πραγματοποιεῖται ἐπιστημονικὴ ἀνταλλαγή ἀπόψεων γιά τὸ θέμα σέ εἰδικὰ ἐπιστημονικὰ περιοδικά. Ἀφοῦ λάβει ὅλα αὐτὰ ὑπόψη, ἡ πολιτικὴ ἡγεσία ἀποφασίζει ἢ ὄχι γιά τή γενίκευση τῶν ἀλλαγῶν σέ ὅλες τίς σχολικὲς μονάδες τῆς χώρας.
Σὲ μᾶς, κατὰ τὴν περίπτωση τῆς πρόσφατης κατάργησης τῆς ὑποχρεωτικότητας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, δέν ἔγινε τίποτε ἀπὸ τὰ παραπάνω. Στάλθηκαν μόνον οἱ ὑπουργικὲς ἐγκύκλιοι καὶ τέθηκαν ἀπευθείας σε ἐφαρμογὴ ἀπὸ τά σχολεῖα.
Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ εἶναι μιά πολιτική πράξη μέ ἰδιαίτερη σημασία, διότι γιά πρώτη φορά, μετὰ τὴν ἵδρυση τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους καὶ τὴν καθιέρωση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στήν ἑλληνικὴ παιδεία ὡς ὑποχρεωτικοῦ[9], ἀμφισβητεῖται τόσο ἀπροκάλυπτα καὶ ἔμπρακτα ἡ ἀξία τῆς σχολικῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς.
Πάντοτε ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ πολιτεία ὁ ὑψηλὸς παιδαγωγικὸς ρόλος τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος, διότι θεωροῦνταν ὅτι ἐκφράζει, προβάλλει, διερμηνεύει καὶ διασώζει στό χῶρο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας τόσο τὸν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ πολιτισμὸ, ὅσο καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῆς ζώσας γιά ὅλους σχεδὸν τοὺς Ἕλληνες ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης.
Ἡ συνταγματικὴ ὑποχρεωτικότητα, ἄλλωστε, τῆς ἐκπαίδευσης καὶ συνεπῶς, τῆς παρακολούθησης ὅλων τῶν σχολικῶν μαθημάτων δηλώνει ὅτι τὰ περιεχόμενα τῶν μαθημάτων αὐτῶν θεωροῦνται ἀναγκαῖα καὶ ἀναντικατάστατα γιά μιά γενική παιδεία καὶ μιά κοινή θρησκευτική, ἀνθρωπιστική, πολιτισμική, ἱστορικὴ, γλωσσική, κοινωνική καὶ οἰκολογικὴ ἀγωγή.
Βρισκόμαστε σέ μιά ἐποχή πού ἡ ἀνάγκη γιά ἀνθρωπιστικὴ μόρφωση τῶν νέων μέ γνώσεις, παιδεία καὶ ἦθος[10] συνεχῶς μεγεθύνεται.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιό πετυχημένους ὁρισμοὺς τῆς μάθησης εἶναι ἐκεῖνος πού τὴν προσδιορίζει ὡς «μὸνιμη μεταβολὴ τῆς συμπεριφορᾶς, πού προκύπτει ὡς ἀποτέλεσμα ἐμπειρίας καὶ ἄσκησης»[11]. Οἱ γνώσεις πού παίρνει τὸ παιδὶ στό σχολεῖο ἐμπεριέχουν θρησκευτικά, πολιτισμικά, ἠθικοκοινωνικὰ καί οἰκολογικὰ πρότυπα[12] καθώς καί ἄλλες παιδαγωγικὲς εὐαισθησίες ἔτσι, ὥστε νά μπορεῖ βαθμιαῖα νά καλλιεργεῖ ἤ ἀκόμη καί νά διορθώνει τή σκέψη καὶ τὸ χαρακτήρα του.
Γενικὴ διαπίστωση στό χῶρο τῶν ἐπιστημῶν τῆς ἀγωγῆς εἶναι ὅτι οἱ μαθητές πού παρακολουθοῦν τὸ σχολεῖο διαφέρουν συνήθως ἀπὸ τοὺς ἀναλφάβητους ἢ ἐκείνους πού λαμβάνουν λιγότερη μόρφωση. Ὅσο περισσότερο φοιτοῦν οἱ μαθητὲς στό σχολεῖο, τόσο πιό πολὺ βελτιώνεται τὸ ἦθος τους, διότι μαθαίνουν πιό πολύ τοὺς κοινωνικοὺς τους ρόλους, τὴν κουλτούρα καὶ τὴν ἱστορία τοῦ τόπου τους καὶ γενικὰ, προετοιμάζονται γιά τή ζωή. Οἱ γνώσεις τους τοὺς βοηθοῦν στήν ἐπικοινωνία τους στίς διαπροσωπικὲς καὶ διανθρώπινες σχέσεις τους, στή διαμόρφωση τῆς ταυτότητάς τους σέ σχέση μέ τὴν κοινωνία πού ζοῦν, στήν περαιτέρω μάθηση καὶ στήν ἐπίλυση ἢ ἀντιμετώπιση προβλημάτων στή ζωὴ τους[13].
Ἀνάμεσα στίς δεξιότητες καὶ στά χαρακτηριστικά πού ἐπηρρεάζονται ἀπὸ τή φοίτηση στό σχολεῖο, εἶναι ἡ κατανόηση καὶ βίωση τῆς ἀξίας τῆς δημοκρατίας, ἡ καλλιέργεια καὶ ἄσκηση τῆς ἱκανότητάς τους νά σκέπτονται μέ κριτικὸ τρόπο, καθώς καί ἡ θετικὴ ἐπίδραση στόν τρόπο ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς τους[14].
Βασικὸ κριτήριο γιά τὴν κατάρτιση τῶν Προγραμμάτων Σπουδῶν καὶ τή συγγραφή τῶν σχολικῶν βιβλίων εἶναι νά προσφέρουν, μὲ τὸ περιεχόμενό τους, ἀγωγή, παιδεία καὶ μόρφωση στούς μαθητές.
Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ὡς γνωστό, μὲ βάση τὸν ἰσχύοντα Νόμο 1566 τοῦ 1985 γιά τὴν Ἐκπαίδευση, συμβάλλει μαζί μέ ὅλα τὰ ἄλλα μαθήματα στήν ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ τῆς παιδείας, ποὺ εἶναι, ἐκτός τῶν ἄλλων, «ἡ ὁλόπλευρη, ἁρμονικὴ καὶ ἰσόρροπη ἀνάπτυξη … τῶν μαθητῶν … σὲ ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες»[15].
Πέρα ἀπὸ τή συμβολὴ του, ὡστόσο, στή γενικὴ μόρφωση τῶν μαθητῶν, τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ἔχει καὶ ὡς εἰδικὸ στόχο νά βοηθᾶ τὴν παιδεία νά ἐκπληρώνει τὸ συνταγματικὸ της σκοπό πού εἶναι «ἡ ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν μαθητῶν»[16]. Μὲ τὸν ἰσχύοντα Νόμο 1566 τοῦ 1985, ὁ παραπάνω συνταγματικὸς σκοπὸς τῆς ἑλληνικῆς παιδείας συγκεκριμενοποιεῖται ἀκόμη περισσότερο, στή βοήθεια πού παρέχει ἡ παιδεία στούς μαθητές, προκειμένου «νά διακατέχονται ἀπὸ πίστη στά γνήσια στοιχεῖα τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παράδοσης»[17].
Ὁ παραπάνω Νόμος, μάλιστα, ὁρίζοντας εἰδικότερα τὸ σκοπὸ τῆς παιδείας, τονίζει ὅτι τὸ σχολεῖο βοηθᾶ τοὺς μαθητὲς νά ἐξοικειώνονται «μέ τίς ἠθικές, θρησκευτικές, ἐθνικές, ἀνθρωπιστικὲς καὶ ἄλλες ἀξίες» γιά νά μποροῦν μέ αὐτὲς «νά ρυθμίζουν τή συμπεριφορὰ τους», συνειδητοποιώντας «τή βαθύτερη σημασία τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανικοῦ ἤθους καὶ τῆς σταθερῆς προσήλωσης στίς πανανθρώπινες ἀξίες»[18].
Στό Ἐνιαῖο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδῶν στά θρησκευτικὰ τοῦ 1998, ἀκόμη, ὡς σκοπὸς τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, ὁρίζεται ἡ «καλλιέργεια τοῦ ὀρθόδοξου ἐκκλησιαστικοῦ χριστιανικοῦ φρονήματος καὶ ἡ πορεία τῆς ζωῆς τῶν μαθητῶν σύμφωνα μέ αὐτό» καθὼς καὶ ἡ καθοδήγησή τους «στή σωστὴ κοινωνικοποίηση»[19].
Στό τελευταῖο, ἐξάλλου, νέο Διαθεματικὸ Πρόγραμμα Σπουδῶν τονίζεται ὅτι ἡ σύγχρονη πραγματικότητα «ἀπαιτεῖ τὴν ἀνάπτυξη κοινωνικῶν δεξιοτήτων, δεξιοτήτων ἐπικοινωνίας, συνεργασίας καὶ συμμετοχῆς ὅλων στίς σύγχρονες κοινωνικὲς ἐξελίξεις»[20].
Ὑπογραμμίζεται, ἐπίσης, ὅτι «σέ ἕνα συνεχῶς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μὲ ἐμφανῆ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς κοινωνικῆς ρευστότητας, ἡ κοινωνικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀτόμου καὶ ἡ πορεία του πρὸς τὴν αὐτογνωσία ἀπαιτοῦν εὐρεία καί διαρκῆ κοινωνικὴ ἀλληλεπίδραση»[21].
Σύμφωνα μέ τὰ παραπάνω, γιά τὴν ἐπίτευξη μιᾶς «ἁρμονικῆς κοινωνικῆς ἔνταξης καὶ συμβίωσης εἶναι ἀπαραίτητο κάθε ἄτομο νά μάθει νά συμβιώνει μέ τοὺς ἄλλους σεβόμενο τὸν πολιτισμὸ καὶ τή γλῶσσα τους», διατηρώντας, ὡστόσο, «τὴν ἐθνικὴ καὶ πολιτισμικὴ του ταυτότητα μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς, πολιτισμικῆς, γλωσσικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἀγωγῆς»[22].
Εἰδικότερα, στό νέο Διαθεματικὸ Ἐνιαῖο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδῶν, ποὺ ἀφορᾶ στό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ἀναφέρεται ὅτι «ἡ θρησκευτικὴ ἐκπαίδευση τῶν μαθητῶν, ὅπως ἀναγνωρίζεται καὶ διεθνῶς…, ἔχει ὕψιστη κοινωνικὴ σημασία». Ὑπογραμμίζεται ἀκόμη ὅτι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν «συμβάλλει στήν ἀντιμετώπιση τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων»[23] καὶ ὅτι μέ τή διδασκαλία του «οἱ μαθητὲς ἐπιδιώκεται νά ἀξιοποιήσουν τὴν προσφορά τοῦ μαθήματος, ὥστε νά εὐαισθητοποιηθοῦν ἀπέναντι στόν σύγχρονο κοινωνικὸ προβληματισμὸ καὶ νά βοηθηθοῦν νά πάρουν ἔμπρακτα θέση»[24].
Μὲ ὅσα προαναφέραμε, εἶναι ἐμφανὲς ὅτι ἡ ἴδια ἡ πολιτεία, μὲ βάση τὸ Σύνταγμα, τοὺς ἰσχύοντες νόμους καὶ τὰ Προγράμματα Σπουδῶν, ἀναγνωρίζει τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς στό σχολεῖο καὶ δέχεται, μέ τὸν τρόπο αὐτό, αὐτό πού δέχονται ὅλες οἱ εὐρωπαϊκὲς χῶρες καὶ ὅλες οἱ σύγχρονες παιδαγωγικὲς θεωρίες, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀγωγὴ καὶ ἡ μόρφωση τῶν μαθητῶν δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄσχετη μέ τὴν κοινωνική, τὴν πολιτισμικὴ καὶ τή θρησκευτικὴ συνείδηση τοῦ τόπου στόν ὁποῖο ζοῦν καὶ ἀναπτύσσονται[25].

Ὁ ἀντιπαιδαγωγικὸς χαρακτήρας τοῦ προαιρετικοῦ μοντέλου τῆς σχολικῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς

Ἡ θέσπιση ἀπὸ τὸ ΥΠΕΠΘ τῆς προαιρετικότητας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στό σχολεῖο δημιουργεῖ τεράστιο κοινωνικὸ καὶ πολιτισμικὸ πρόβλημα[26]. Ἡ ἑλληνικὴ παιδεία μέ τὸ μέτρο αὐτὸ χάνει ἕνα μέρος τοῦ κοινωνικοποιητικοῦ καὶ πολιτισμικοῦ της ρόλου, ποὺ θά ἔχει ἀντίκτυπο, ὄχι μόνο στούς μὴ συμμετέχοντες μαθητές, οἱ ὁποῖοι, οὕτως ἢ ἄλλως, πρόκειται νά κληρονομήσουν ἕνα μαθησιακὸ καὶ, ἐπομένως, κοινωνικὸ καὶ πολιτισμικὸ κενό μέ μεγάλες συνέπειες στήν πορεία τῆς ζωῆς τους, ἀλλὰ καὶ στήν κοινωνία γενικότερα.
Μὲ τὸ μέτρο τῆς προαιρετικότητας γίνεται ἐπίσημα ἀποδεκτὴ μιά διπλῆς μορφῆς καὶ ποιότητας κοινωνικοποίηση στό σχολεῖο μέ δύο κατηγορίες ἐκκολαπτόμενων πολιτῶν: αὐτούς πού θά μετέχουν καὶ θά μαθαίνουν τὰ μορφωτικὰ ἀγαθά, ποὺ σχετίζονται μέ τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἠθικοκοινωνικὴ ἀγωγή πού προσφέρονται μέσα καὶ ἀπὸ τή θρησκευτικὴ ἀγωγή καὶ αὐτούς πού δέν θά τὰ μαθαίνουν.
Ἐπισημαίνεται στό σημεῖο αὐτὸ ὅτι ἡ ἠθικότητα, ὡς τρόπος συμπεριφορᾶς, λόγῳ τῆς μεγάλης σπουδαιότητας πού ἔχει, «ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐνδιαφέροντος τῆς φιλοσοφίας, τῆς θρησκείας, τῆς ψυχολογίας, τῆς κοινωνιολογίας καὶ τῆς παιδαγωγικῆς, ποὺ ἐπιχειροῦν ἀνάλογα, νά ἀναλύσουν, νά ἑρμηνεύσουν ἢ νά ἐμπεδώσουν τίς στάσεις καί τίς πρακτικὲς της»[27].
Ἡ ἠθικοκοινωνικὴ ἀγωγὴ καὶ συμπεριφορὰ τοῦ παιδιοῦ, ἰδιαίτερα μέσα σέ ἕνα θρησκευόμενο λαό, βασίζεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, στή θρησκευτικὴ διάσταση τῆς μαθήσεως πού παρέχεται ἀπὸ τὸ σχολεῖο. Ἄλλωστε, ἡ ἄμεση καὶ στενὴ σχέση καὶ ἐξάρτηση τῆς θρησκευτικότητας μέ τὴν ἠθικὴ κρίση καὶ πράξη, δηλαδή μέ τή συμπεριφορὰ τοῦ μαθητῆ, ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπό τις σύγχρονες ἔρευνες. Ἀξιομνημόνευτη θεωρεῖται ἡ ἐρευνητικὴ ἐργασία τοῦ Kohlberg, ὁ ὁποῖος μελετῶντας τή σχέση τῆς ἠθικότητας μέ τή θρησκευτικότητα, στό πλαίσιο τῆς ὁλοκλήρωσης τῆς θεωρίας του γιά τὸν τρόπο καὶ τὰ στάδια ἠθικῆς ἀνάπτυξης τοῦ παιδιοῦ, ἀναγνώρισε τή θετική ἐπίδραση τῆς θρησκευτικότητας στήν ἠθικὴ κρίση καὶ κυρίως, στήν ἠθικὴ πράξη[28].
Τὸ θέμα τῆς προαιρετικότητας τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος δέν εἶναι ἁπλό, διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων, προσφέρονται ἐπίσημα στό δημόσιο σχολεῖο σέ κάποιους μαθητὲς μειωμένες εὐκαιρίες ἀγωγῆς καὶ μάθησης. Ἡ ἀνισότητα εὐκαιριῶν, ὡστόσο, ἀποτελεῖ μέτρο ἀντιπαιδαγωγικό, διότι μέ τὸν τρόπο αὐτὸ παρέχονται στούς μαθητὲς διαφορετικὰ ἀξιακὰ ἐπίπεδα μαθήσεως, παιδείας καὶ μορφώσεως. Ἔτσι, ὅταν οἱ μαθητές, πού λαμβάνουν λιγότερα μαθησιακὰ ἀγαθά, εἰσέλθουν στήν κοινωνία, ὡς ὑπεύθυνοι πολίτες, ἡ ἔλλειψη αὐτὴ θά ἐπιδράσει δυσμενῶς στήν ὁμαλή ἐπικοινωνία, συνύπαρξη καὶ συμβίωσή τους μέ τοὺς ὑπολοίπους.
Τίθενται, ὅμως, καὶ λόγοι ἄνισης μεταχείρισης τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, σέ σχέση μέ ὅλα τὰ ἄλλα ὑποχρεωτικὰ μαθήματα, ἀφοῦ τὸ μάθημα θεωρεῖται ὡς μάθημα ὄχι εἰδίκευσης, ἀλλὰ μάθημα πού προάγει μιά γενική πολιτισμική παιδεία καὶ μόρφωση καὶ συμβάλλει στήν ἀνάπτυξη καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ χαρακτῆρα καὶ τῆς προσωπικότητας τῶν μαθητῶν[29].
Ἐκτός τῶν ἄλλων ὅμως, οἱ μαθητὲς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ποὺ ζοῦν σὲ μιά χώρα πού εἶναι δεμένη μέ τή χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ τὸ λαϊκὸ πολιτισμό, θά ἔχουν μεγάλα μαθησιακὰ καὶ ἐπικοινωνιακὰ κενά, ἂν δέν γνωρίζουν τή σημασία καὶ τὸ νόημα βασικῶν θρησκευτικῶν στοιχείων τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.
Ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς γνωστό, συνδέεται μέ τὰ γεγονότα, τὸ ἑορτολόγιο καὶ τὴν ἐν γένει θρησκευτικὴ ζωή, ἡ ὁποία μάλιστα προσδίδει μιά ὑπαρξιακὴ καὶ ἀξιακὴ ἀναφορὰ καὶ ἕνα βαθύτερο νόημα στή ζωὴ του. Τὰ θρησκευτικὰ γεγονότα, οἱ θρησκευτικὲς πράξεις, οἱ θρησκευτικοὶ συμβολισμοὶ καταλαμβάνουν ἕνα μεγάλο μέρος αὐτοῦ πού ὀνομάζεται «πολιτισμικό περιβάλλον» τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ σύγχρονος Ἕλληνας ἀγαπᾶ τίς παραδόσεις του, ἔχει μάθει νά ζεῖ μὲ τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα, τὶς μεγάλες ἑορτές, τὶς ἐπετείους, τὶς βαπτίσεις, τοὺς γάμους, τὰ πανηγύρια, τὴν ἐν γένει λατρευτικὴ ζωή, τὶς χριστιανικὲς ὀνομαστικὲς ἑορτές, ἐνῶ πολὺ συχνὰ χρησιμοποιεῖ χριστιανικὲς παροιμιώδεις ἐκφράσεις ἢ γνωμικὰ στό λεξιλόγιό του.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῆς παιδείας, λοιπόν, εἶναι ἡ συνειδητὴ σύνδεση τοῦ μαθητῆ μέ τὸ πολιτισμικὸ καὶ τὸ εὐρύτερο κοινωνικοπνευματικὸ περιβάλλον τοῦ τόπου του γιά νά μπορεῖ νά κατανοεῖ τή σημασία, τὸ νόημα καὶ τὴν ἀξία ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων.
Πῶς θά νιώσει τὸ παιδί, γιά παράδειγμα, τὸ θρησκευτικὸ κάλλος καὶ τὸ συμβολισμὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πολιτισμικῶν μνημείων, ποὺ συναντᾶ καθημερινὰ μπροστὰ του σέ ὅλη τὴν ἐπικράτεια, χωρίς τίς γνώσεις ποὺ τοῦ προσφέρει συστηματικὰ, μέσα ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνη δημόσια παιδεία, τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν;
Πῶς θά συνειδητοποιήσει καὶ θά διατηρήσει ἐπίσης τὴν ἑλληνικὴ του ταυτότητα καὶ τὴν πολιτισμικὴ του ἰδιαιτερότητα, ὅταν, λόγῳ ἔλλειψης βασικῶν γενικῶν γνώσεων, δέν μπορεῖ νά ἀναγνώσει νοηματικὰ τὴν ἀξία ἑνὸς μεγάλου μέρους τῆς ἑλληνικῆς πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς, ποὺ ἀφορᾶ στόν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ πολιτισμό;
Πολὺ σπουδαῖο θέμα, ὅμως, εἶναι καὶ τὸ θέμα τῆς ὑγιοῦς θρησκευτικῆς πίστεως, τὸ ὁποῖο ἐνδιαφέρει, ὄχι μόνον τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτεία. Κυκλοφοροῦν, ὡς γνωστό, πολλὲς θρησκευτικὲς προλήψεις, δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις καὶ ἀντιλήψεις, ποὺ πολὺ συχνὰ ὁδηγοῦν σέ παρεκκλίσεις, φανατισμούς, ἀκρότητες καὶ φονταμενταλι-σμούς.
Ὑπάρχουν ἐπίσης καὶ στή χώρα μας τὰ τελευταῖα χρόνια παραθρησκευτικὰ φαινόμενα καὶ αἱρέσεις μέ προπαγανδιστικὴ δραστηριότητα, ποὺ περιλαμβάνουν στή διδασκαλία τους ἀκραῖα καὶ ἐπικίνδυνα στοιχεῖα γιά τὰ ἑλληνικὰ καὶ εὐρωπαϊκὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτισμικὰ δεδομένα. Πῶς θά μάθει ὁ μαθητὴς νά ξεχωρίζει τὴν ὑγιῆ ἀπὸ τὴν ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα, καὶ νά προφυλάσσεται ἀπὸ τέτοιες πνευματικὲς παγίδες, ἄν δέ μετέχει στή σχολική θρησκευτικὴ ἀγωγή;
Ἐπισημαίνεται ἀκόμη ὅτι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν προσφέρει πρότυπα ζωῆς, σχέσεων καὶ συμπεριφορᾶς, ἀπὸ πλευρᾶς ἀγωγῆς, στήν καλλιέργεια τοῦ κοινοτισμοῦ ἀπέναντι στή μάστιγα τῆς ἀτομοκρατίας, ποὺ γεννᾶ τὴν πλουτομανία, τὸν πόλεμο τῶν συμφερόντων, τῶν διαιρέσεων καὶ τῶν συγκρούσεων. Προάγει τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη ἔναντι τῆς βίας, τῆς τρομοκρατίας, τῆς ἀπανθρωπιᾶς. Καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη, τὴν πραότητα, τὴν φιλαδελφία, τὴν καλοσύνη, τὴν ἀλληλεγγύη ἔναντι τοῦ μίσους, τῆς ὀργῆς, τῆς καταπίεσης, τῆς ἐκμετάλλευσης, τῆς ἀδιαφορίας για τὸν «ἄλλο».
Ὁλοκληρώνοντας, ἐπισημαίνουμε ὅτι τὸ μοντέλο τῆς προαιρετικότητας εὐνοεῖ στή διαμόρφωση ἀναλφάβητων ανθρώπων, ἀπό πλευρᾶς θρησκευτικῆς, πολιτισμικῆς καὶ ἠθικοκοινωνικῆς, μὲ ὅ,τι συνεπάγεται αὐτῆς τῆς μορφῆς ὁ ἀναλφαβητισμὸς γιά τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ.
Για τούς παραπάνω λόγους, Σᾶς παρακαλοῦμε νά ἐπιστρέψει τό μάθημα, μέ νέα ἐγκύκλιό σας, στό προηγούμενο καθεστώς, πού ἴσχυε μέχρι τόν Αὔγουστο τοῦ 2008.

Μέ ἐκτίμηση,

Ἡ Διοικοῦσα Επιτροπή


[1] Ἀ. Κακαβούλης, Ἠθική ἀνάπτυξη καί ἀγωγή, Ἀθήνα 1994, σ. 277.
[2] Κολ. 3, 9-10 καί Ἐφεσ. 4, 22-23.
[3] Ἰ. Κογκούλης, Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στή Μέση Ἐκπαίδευση κατά τήν πεντηκονταετία 1932-1982, ἐκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 27.- Πρβλ. καί Ἰ. Κονιδάρης, «Ἡ συνταγματική ἐπιταγή γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως», Σύναξη, τεῦχ. 66 (1998), σ. 37, ὅπου ὑποστηρίζεται ὅτι τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν «πρέπει νά ἐξακολουθήσει νά διδάσκεται ὡς ὑποχρεωτικό, διότι ἡ Ὀρθοδοξία ἀποτελεῖ διάσταση τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας, εἶναι συνυφασμένη μέ τήν ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα πολιτισμικό μέγεθος καί ὅτι τό μάθημα βοηθᾶ τό μαθητή σέ γενικότερους προβληματισμούς, πού τοῦ ἀνοίγουν μιά διάσταση τελείως διάφορη ἀπό ἐκείνη τοῦ ἄκρατου καταναλωτισμοῦ πού κάθε μέρα βιώνει».
[4] Ἡ. Ρε­ρά­κης, «Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν στίς χῶ­ρες τῆς εὐ­ρω­παϊ­κῆς ἕνω­σης», ΕΕΘΣΠΘ/ΤΠΚΘ., 7, Θεσ­σαλονίκη 2001, σσ. 85-104.
[5] Ἡ. Ῥεράκης, Σύγχρονη Διδακτική τῶν θρησκευτικῶν, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 89.
[6] Ἰ. Κογκούλης, Ἡ διαπροσωπική ἐμπιστοσύνη στήν παιδαγωγική ἐπικοινωνία διδάσκοντος καί διδασκομένου καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, Λόγος Πανηγυρικός πού ἐκφωνήθηκε κατά τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (30ή Ἰανουαρίου 1999) στήν αἴθουσα τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκδ. Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 11.
[7] W. Windelband-H. Heimsöth, Ἐγχειρίδιο Φιλοσοφίας, τόμ. Α', ἐκδ. Μορφωτικό Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 2001, σ. 277.
[8] Klaus Westphalen, Ἀναμόρφωση τῶν Ἀναλυτικῶν Προγραμμάτων, Εἰσαγωγή στή Μεταρρύθμιση τοῦ Curriculum, μτφρ. Ἰ. Πυργιωτάκης, ἐκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1982.
[9] Ἄρθρ. 16, παρ. 2 τοῦ Ἑλλην. Συντάγματος - Πρβλ. καί ἄρθρο 2 τοῦ πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου τῆς Εὐρωπ. Συμβάσεως ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, πού ἐπικυρώθηκε στήν Ἑλλάδα μέ τό Νόμο 53/1974.
[10] Π. Ξωχέλης, «Ἐκπαίδευση», στήν Παιδαγωγική Ψυχολογική Ἐγκυκλοπαίδεια-Λεξικό, τόμ. 3, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1989, σσ.1685-1687.
[11] Ἀ. Καψάλης, Παιδαγωγική Ψυχολογία, δ΄ ἔκδοση, ἐκδ. Κυριακίδης 2006, σ. 352.
[12] Γ. Φλουρῆς, Ἡ ἀρχιτεκτονική τῆς διδασκαλίας καί ἡ διαδικασία τῆς μάθησης, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 1984, σσ. 85-95.
[13] Ὅ.π., σ. 78.
[14] L. Solomon, «Ἐκπαίδευσης ὠφελήματα», στήν Παιδαγωγική Ψυχολογική Ἐγκυκλοπαίδεια-Λεξικό, τόμ. 3, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1989, σσ. 1698-1701.
[15] «Δομή καί τή λειτουργία τῆς Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης», Νόμος 1566, ἀρ. φύλλου 167, τεῦχ. Πρῶτο, ἄρθρο 1, Ἀθήνα 30 Σεπτ. 1985, σ. 2547.
[16] Ἄρθρο 16, παρ. 3 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος.
[17] «Δομή καί τή λειτουργία τῆς Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης»…, ἄρθρο 1α, ὅ.π., σ. 2547.
[18] Νόμος πλαίσιο ἀρ. 1566/85: Δομή καί τή λειτουργία τῆς Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης, ἐκδ. Ὁργανισμός Ἐκδόσεων Διδακτικῶν Βιβλίων, Ἀθήνα 1985, σσ. 2, 12, 17, 21.
[19] Ἐνιαῖο Λύκειο, Ἐνιαῖο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδῶν, ἐκδ. Ὁργανισμός Ἐκδόσεων Διδακτικῶν Βιβλίων, Ἀθήνα 1998, σ. 307.
[20] «Διαθεματικό Ἐνιαῖο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) καί Ἀναλυτικά Προγράμματα Σπουδῶν (Α.Π.Σ.) Δημοτικοῦ–Γυμνασίου», ὅ.π., σ. 3735.
[21] Ὅ.π., σ. 3736.
[22] Ὅ.π., σ. 3735.
[23] Ὅ.π., σ. 3867.
[24] Ὅ.π., σ. 3893.
[25] G. Mialaret, Εἰσαγωγή στίς ἐπιστῆμες τῆς ἀγωγῆς, μτφρ. Γ. Ζακόπουλος, Ἀθήνα 1966, σ. 156, ὅπου ὑπογραμμίζεται ὅτι ὁλόκληρο τό ἐκπαιδευτικό σύστημα θά πρέπει νά ἀντιστοιχεῖ στήν κουλτούρα, τίς παραδόσεις καί τίς σύγχρονες ἀνάγκες τῆς κοινότητας.
[26] J. Haldane, “Religious Education in a Pluralistic Society”, British Journal of Educational Studies, 34 (1986), σσ. 161-181, ὅπου τονίζεται ὅτι στά σχολεῖα πρέπει νά διδάσκεται τό μάθημα τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς πού καλλιεργεῖ τή χριστιανική πίστη, ἐπειδή πάνω σ’ αὐτήν στηρίζονται οἱ βασικές ἀρχές τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, ἀλλά καί διότι ἡ πίστη ἀποτελεῖ βασικό παράγοντα διατήρησης τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς.
[27] Ἡ. Ματσαγγούρας, Ἡ σχολική τάξη, Χώρος, Ομάδα, Πειθαρχία, Μέθοδος, Β΄ ἔκδοση, ἐκδ. ἰδίου, Ἀθήνα 2000, σ. 384.
[28] Ὅ.π., σ. 417.
[29] Γ. Βαγιανός, Ἡ θρησκευτική ἀγωγή στήν Α/βάθμια Ἐκπαίδευση, (Συμβολή στή διδασκαλία τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 382-383.

O αντιπρόεδρος της ΠΕΘ και ο Σύνδεσμος Θεολόγων Μακεδονίας απαντούν στη "Πρωτοβουλία Θεολόγων Ελλάδας" (κείμενο των "44")

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Χαλκοκονδύλη 37. 10432 ΑΘΗΝΑ
Τηλ. 2105224180 - FAX. 2105224420
Iστοχώρος: http://www.petheol.gr/
e-mail: panenthe@otenet.gr & enosis@petheol.gr

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΕΡΙ ΤΟY ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

( Σχολιασμός της απάντησης των 44)

Του κ. Ηλία Φραγκοπούλου Θεολόγου-Φιλολόγου, Aντιπροέδρου του Δ.Σ. της ΠΕΘ

Διάβαζα πρίν από λίγο καιρό ένα άρθρο πού χαρακτήριζε τό μάθημα των Θρησκευτικών
«πολύπαθο ». Φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δέν μπορεί πιά νά θεωρηθεί «ιστορικός», αλλά αξίζει νά τόν βλέπουμε καί σάν «προφητικό». Aφού είναι ευδιάκριτες οι μελλοντικές του περιπέτειες. Όπως άλλωστε καί της ελληνικής εκπαίδευσης, πού απ' τή δεκαετία του 1960-70 συνεχώς μεταρρυθμίζεται, αλλά δέν κατάφερε ακόμα νά ρυθμισθεί. Θά πείτε ότι ο κόσμος μας συνεχώς μεταβάλλεται, « οι εποχές αλλάζουν». Aλλά εγώ ο «συντηρητικός» νομίζω πώς υπάρχουν στόν κόσμο κάποιες σταθερές, πού αγγίζει τά όρια του παραλόγου νά τροποποιούνται κάθε τετραετία, ή κάποτε καί κάθε διετία, ακολουθώντας άλλης κατηγορίας μεταβολές. Καί μιά τέτοια είναι η παιδεία, η γνωστική, διανοητική, πνευματική καί ηθική καλλιέργεια των παιδιών μας, καί η διαμόρφωσή τους σέ άξιες προσωπικότητες της κοινωνικής ζωής. Στά τέλη του περασμένου Μαΐου αναρτήθηκε στό Διαδίκτυο μιά «απάντηση εκπαιδευτικών θεολόγων σέ επιστολή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου». O τίτλος της ήταν: «Τά Θρησκευτικά ως αίτημα παιδείας καί όχι συντεχνίας». Θά θέλαμε μέ τά ακολουθούντα νά επισημάνουμε καί σχολιάσουμε κάποια σημεία απ'τά διαλαμβανόμενα στήν «απάντηση των 44», αφού άλλωστε ρητώς αναφέρεται καί στήν Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), αλλά καί νά εκφράσουμε καί τίς δικές μας σχετικές απόψεις στό κεντρικό θέμα της «απάντησης», πού είναι ο χαρακτήρας του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΘΜ).
1. Κατ' αρχήν η «απάντηση» δίνεται σέ επιστολή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, τουλάχιστον τυπικά, αφού ξεκαθαρίζεται ότι η Δ.Ι.Σ. « διαβιβάζει πορίσματα μιάς ημερίδος της ΠΕΘ». Έτσι η «απάντηση» απευθύνεται κατ' ουσίαν στήν ΠΕΘ . Ξεχνούν όμως, ή μάλλον σκόπιμα αγνοούν οι 44 υπογράφοντες ότι τήν ημερίδα συνδιοργάνωσαν μαζί μέ τήν Ένωσή μας (τήν ΠΕΘ), καί η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Eλλάδος καί οι δυό Θεολογικές Σχολές των Πανεπιστημίων Aθηνών καί Θεσσαλονίκης. Καί έλαβαν μέρος σ' αυτήν από μέρους της πρώτης, αυτός ο Aρχιεπίσκοπος Aθηνών, μαζί μέ πλειάδα Aρχιερέων , από δέ τίς Θεολογικές Σχολές καί οι δύο Κοσμήτορες καί αρκετοί Καθηγητές, πού μίλησαν βεβαίως μέ εξαιρετικά σημαντικές θέσεις. Έτσι, γιά νά παίρνουν τά πράγματα τά πραγματικά τους μεγέθη. Πάντως πρέπει νά λάβουν όλοι υπόψη ότι η ΔΙΣ μέ τήν επιστολή της πρός τόν κ. Υπουργό φαίνεται ότι κρίνει ως « θετικές» τίς προτάσεις της ημερίδας, εφ' όσον ζητά τήν υλοποίησή τους από τό ΥΠΕΠΘ.

2. Aναφέρει η «απάντηση» ότι η επιστολή της Δ.Ι.Σ. πρός τόν κ. Υπουργό μέ τόν τρόπο της «ευνοεί λαθεμένες καί συγχυτικές αντιλήψεις...» Όσον αφορά στίς λαθεμένες αντιλήψεις γύρω απ' τό ΘΜ, αυτό θά τό δείξει ο χρόνος καί οι κοινωνικές εκδηλώσεις των ερχομένων γενεών, αφού η ιστορία δέν φαίνεται ικανή νά διδάξει μερικούς. Aλλά γιά τό θέμα της σύγχυσης θά θέλαμε νά σημειώσουμε: Η « απάντηση» έχει τίτλο πού δείχνει τήν περί τό μάθημα σύγχυση. Τά « θρησκευτικά» παρουσιάζονται αφ' ενός ως αίτημα παιδείας καί εννοείται έτσι η αντίληψη του θρησκειολογικού χαρακτήρα του μαθήματος (τό ονομάζουμε έτσι, γιατί πρός αυτή κλίνει η όλη αντίληψη της «απάντησης», χωρίς πάντως νά αγνοούμε τίς διευκρινιστικές σκέψεις πού αναφέρονται στήν 4η καί 6η παράγραφό της). Aπ' τήν άλλη χαρακτηρίζονται ως αίτημα συντεχνίας καί εννοείται μ' αυτό η αντίληψη του ομολογιακού μαθήματος ( πάλι ο όρος γενικά χωρίς διευκρινίσεις. Γιά νά συνεννοούμαστε). Εδώ ακριβώς υπάρχει η σύγχυση. Ποιός χαρακτήρας διδασκαλίας εκφράζει συντεχνιακή αντίληψη; O «θρησκειολογικός» πού αποβλέπει νά διαμορφώσουμε ένα μάθημα πού θά είναι δυνατό νά διδάσκεται σ' όλους, καί στούς αλλοθρήσκους, καί στούς μή πιστούς, μόνο γιά νά τούς έχουμε όλους στήν τάξη, χωρίς νά τούς καλούμε στήν πίστη καί τήν αγάπη του Χριστού; Αυτός πού αποβλέπει μόνο στή γνώση καί στήν ικανότητα των μαθητών «νά κάνουν πολλές ερωτήσεις γύρω από τή θρησκευτικότητα, νά αναπτύσσουν προσωπικές θρησκευτικές συζητήσεις... νά ελέγχουν καί νά κατανοούν κριτικά τή θρησκευτική γνώση...» καί όσα άλλα αναφέρονται στήν παράγραφο 6; Αυτά δέν είναι συντεχνιακά; Καί είναι συντεχνιακή η αντίληψη του «ομολογιακού» μαθήματος, η οποία , πέρα από τά πολλά στοιχεία γνώσεων - πού είναι κοινά καί στίς δυό αντιλήψεις-αποδέχεται, ως αναπόδραστη έστω συνέπεια, τήν περίπτωση νά διδάσκεται άλλο θρησκευτικό μάθημα σέ κάποια παιδιά από θεολόγο πάντως, πού θά μπορούσε ίσως σέ κάποιες περιπτώσεις νά μή είναι ορθόδοξος; Είναι συντεχνιακή η αντίληψη (τού ομολογιακού ΜΘ), πού θέλει στά ορθόδοξα παιδιά μας νά θέτει τούς προβληματισμούς όχι μόνο της γνώσης, αλλά καί της ζωής, καί του αγώνα της ηθικής συμπεριφοράς κατά τά αιτήματα της διδασκαλίας του Χριστού; Νομίζουμε ότι τό λεγόμενο « ομολογιακό» μάθημα στηρίζεται σέ αρχές πνευματικές καί όχι στήν - κατ' αρχήν- εξυπηρέτηση του κλάδου των θεολόγων καθηγητών. Ποιά απ' τίς δυό τάσεις είναι η συντεχνιακή καί ποιά η παιδευτική-παιδαγωγική; ʼς τό σκεφτούν οι 44 αγαπητοί συνάδελφοι. Κάποτε πρέπει νά σταματήσει η σύγχυση καί προπαντός η προσπάθεια συγχύσεως, η οποία τελικώς ζημιώνει όλους. Εκτός καί άν δέν θεωρούν συντεχνιακό τό δικό τους αίτημα (ένα θρησκειολογικό-πολιτιστικό-ιστορικό μάθημα), επειδή ένα τέτοιο μάθημα θά μπορούσε (καί πιθανώς θά έπρεπε), νά διδάσκεται από διδάσκοντες πού προβλέπει καί συνιστά η υπ' αριθμ. 1720 του 2005 Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης στίς Κυβερνήσεις των Ευρωπαϊκών χωρών μέ τίς παραγράφους 14.5 καί 14.6, στίς οποίες ορίζεται ότι «πρέπει νά είναι δάσκαλοι ενός πολιτιστικού ή λογοτεχνικού προγράμματος». Καί κάνει μόνο τήν « υποχώρηση» νά προσθέσει ότι « εν τούτοις οι ειδικοί σέ ένα άλλο κλάδο/πρόγραμμα θά μπορούσαν νά γίνουν αρμόδιοι γι' αυτήν τήν εκπαίδευση» (Recommandation 1720(2005) μέ τίτλο Education and Religion).

3. Στή δεύτερη παράγραφο της «απάντησης» δηλώνουν οι 44 ότι στόχος τους είναι η «υποχρεωτική διδασκαλία του ΘΜ σέ όλους ανεξαιρέτως τούς μαθητές ανεξαρτήτως της θρησκευτικής τους- ή μή- δέσμευσης» Καί, συνεχίζουν, ότι επειδή τό ομολογιακά σχεδιασμένο μάθημα δέν μπορεί νά διδάσκεται σ' όλους γι' αυτό (θά ) προτείνουν τόν επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα καί των στοχεύσεων του ΘΜ. Στό σημείο αυτό θά πρέπει νά τονίσουμε ότι ναί μέν είναι γνωστό ότι έχουν έλθει στά ελληνικά σχολεία παιδιά πού οι οικογένειές τους ανήκουν σέ άλλες θρησκείες ή ομολογίες. Aλλά αυτό τό γεγονός, πέρα απ' τό ότι τά παιδιά αυτά αποτελούν ιδιαιτέρως μικρό ποσοστό στό συνολικό αριθμό των μαθητών όλων των ελληνικών σχολείων, δέ μπορεί νά μάς οδηγήσει (πολύ περισσότερο νά μάς υποχρεώσει) σέ ουσιαστικές μεταβολές του περιεχομένου της δικής μας -τής ελληνικής-εκπαίδευσης.Η αποδοχή των 44 ότι « στίς σχολικές μας τάξεις δέν φοιτούν πλέον αποκλειστικά ορθόδοξοι μαθητές» είναι υπερβολική καί απλώς μεγαλοποιεί τά πράγματα, επειδή παρουσιάζεται σέ λίγες σχετικά περιπτώσεις. Στό κάτω-κάτω δέν θά εγκαταλείψουμε εμείς τό δικαίωμα πού έχουμε (έχουμε, ξέρετε, καί εμείς- οι ορθόδοξοι Έλληνες, δικαιώματα στόν τόπο τούτο), νά διδάξουμε τήν πίστη μας, τήν πίστη των πατέρων μας, στά παιδιά μας. Θά υπενθυμίσω τίς σχετικές μέ τά δικαιώματα των μεταναστών δηλώσεις του αυστραλού πρωθυπουργού Kevin Rudd (Σημ. Παραθέτουμε μικρό τμήμα γιά κατατοπισμό του αναγνώστη. Δήλωσε: « ʼν ο Θεός σάς προσβάλλει, σάς προτείνω νά βρείτε άλλο μέρος του κόσμου γιά νά ζήσετε, διότι εμάς ο Θεός είναι μέρος της κουλτούρας μας. Θά δεχτούμε αυτά πού πιστεύετε, χωρίς ερωτήσεις. Αυτό πού ζητάμε είναι νά δεχθείτε κι εσείς αυτό πού πιστεύουμε εμείς καί νά ζήσετε μαζί μας μέ αρμονία, χαρά καί ειρήνη». (Aπό τήν « Ενημέρωση Πελοποννήσου»). Aλλά άς μή γελιώμαστε. Καί στό θέμα αυτό δέν φταίνε οι μετανάστες καί η όποια θρησκευτική τους πίστη. ʼλλωστε οι ορθόδοξοι, ( Έλληνες, Σλάβοι κ.ά.) έχουμε αποδείξει στήνΙστορία της ανθρωπότητας ότι δέν είμαστε μισαλλόδοξοι. ʼν προσέξουμε τό κείμενο της «απάντησης των 44» θά δούμε μιά λεπτομέρεια πού αποδεικνύει από πού κυρίως προέρχεται η επιδίωξη της μεταβολής του χαρακτήρα του ΘΜ. Γράφει πώς τό ΘΜ θά πρέπει νά διδάσκεται σ' όλους ανεξαιρέτως, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής- ή μή- δέσμευσης. Οι έχοντες όποια θρησκευτική δέσμευση-πίστη- δέν αντιδρούν, παρά ελάχιστα, στή διδασκαλία του λεγόμενου ομολογιακού μαθήματος. Εκείνοι (οι γονείς βέβαια) πού θέλουν νά τό καταργήσουν, γιά νά μή διδάσκεται ούτε στά παιδιά των ορθοδόξων Eλλήνων, είναι «οι μή έχοντες θρησκευτική δέσμευση», ή οι αποβλέποντες στό νά μήν έχουν «θρησκευτική δέσμευση» οι σύγχρονοι καί οι μελλοντικοί Έλληνες. Τό σημείο όμως στό οποίο πρέπει ιδιαιτέρως νά διαφωνήσουμε μέ τούς 44 είναι η άποψή τους ότι « η ανθρωπιστική καί η μορφωτική αρετή του ΘΜ. δέν έγκειται στό εγγενές καί απαράβατο περιεχόμενό του εκτός τόπου καί χρόνου, αλλά στόν τρόπο μέ τόν οποίο υλοποιείται εδώ καί τώρα». Δηλαδή η αξία του ΘΜ. βρίσκεται όχι στό διαχρονικό του περιεχόμενο, αλλά στή μέθοδο μέ τήν οποία προσφέρεται. Aλλά, αγαπητοί, η αξία του μαθήματός μας είναι ακριβώς αυτό τό περιεχόμενό του, δηλ. ο Χριστός, η πίστη σ' αυτόν ως Θεό καί Σωτήρα καί η αποδοχή καί εφαρμογή της διδασκαλίας του. Τήν αξία του τρόπου προσφοράς κανείς δέν τήν αρνείται. Σίγουρα ο τρόπος αυτός ( καί η υλοποίησή του ) μπορεί καί πρέπει, καί πράγματι κατά καιρούς μεταβάλλεται . Aλλά τό περιεχόμενό του ήταν, είναι καί θά είναι αυτό τούτο. Καί στόν 21ο καί στόν 27ο αιώνα καί πάντοτε. O χριστιανός άνθρωπος μ' αυτή τή διδασκαλία θά μορφωθεί. Αυτό τό πρότυπο θά μιμηθεί. ʼν θέλει νά είναι χριστιανός. Εμείς οφείλουμε νά τό διδάξουμε- νά τό δείξουμε στά παιδιά μας. Καί νά τά οδηγήσουμε σ' αυτό. ʼν μάς ενδιαφέρουν τά παιδιά μας, τά παιδιά των Eλλήνων, καί η πορεία τους στή ζωή. Στά άλλα παιδιά, όσα «προερχόμενα από άλλη θρησκευτική παράδοση», οι συνθήκες της ζωής έφεραν κοντά μας, φυσικά δέν θά τά υποχρεώσουμε. Μπορούμε σ' αυτά νά προσφέρουμε τό ευρύτερο « θρησκειολογικού » τύπου μάθημα πού προτείνουν οι θιασώτες του χαρακτήρα αυτού γιά τό ΘΜ.

4. Τούτο ακριβώς, η ρύθμιση μέ υποχρεωτικό «ομολογιακό» μάθημα γιά όλους τούς Έλληνες ορθοδόξους μαθητές, καί παράλληλο «θρησκειολογικό» γιά όλους τούς άλλους, αποκλείει τήν ασάφεια, σύγχυση καί υποτίμηση, πού αναφέρει η «απάντηση» στό τέλος της δεύτερης παραγράφου. Βεβαίως υπάρχει τό ενδεχόμενο αίτημα των άλλων θρησκειών ή δογμάτων γιά αντίστοιχη «ομολογιακή« διδασκαλία, όπου είναι η πλειοψηφία ή έστω ισχυρή μειοψηφία. Aλλά ήδη γνωρίζουμε τί γίνεται μέ τούς Μουσουλμάνους της Θράκης καί μέ τούς Ρ/καθολικούς των Κυκλάδων. ʼς μή επισείουμε λοιπόν φόβητρα γιά τήν Πολιτεία. Και γιά νά ολοκληρώσουμε τό θέμα τούτο. Διατυπώνεται στήν «απάντηση» (παράγραφο 3η) ότι οι δεχόμενοι τό ομολογιακό ΘΜ χρησιμοποιούν «άκριτα» τό επιχείρημα της εφαρμογής της ομολογιακής θρησκευτικής διδασκαλίας σέ χώρες της Ευρώπης (κυρίως στή Γερμανία). Πέρα από τή μεγάλη διαφορά του μεταναστευτικού πληθυσμού στίς χώρες αυτές, πρέπει νά σημειώσουμε καί τούτο. Σ' εμάς εδώ στήν Eλλάδα, μέ επικρατούσα θρησκεία (κατά τό Σύνταγμα) τήν ορθόδοξη χριστιανική, τό ελληνικό κράτος επεδίωκε μέ τή δημόσια εκπαίδευση νά μορφώνει τόν Έλληνα πολίτη σάν χριστιανό ορθόδοξο. Καί δέν υπήρχε πρόβλημα. Όταν όμως διαμορφώνεται πληθυσμός μέ διαφορετικές θρησκείες, ή όταν διαμορφώνεται (πιό σωστά επιδιώκεται νά διαμορφωθεί), πολιτεία- κράτος χωρίς επικρατούσα θρησκεία ( βλ. Χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας), τότε ποιός θά εμπιστεύεται τή θρησκευτική μόρφωση καί τήν καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης των παιδιών του σ'αυτό τό Κράτος καί τήν εκπαίδευσή του; Μοιραία λύση θά καταστή αυτό πού αναγράφει η «απάντηση» , δηλ. η εκχώρηση της ευθύνης γιά ΘΜ. στίς θρησκευτικές κοινότητες. Και μή ξεχνάμε στή Γαλλία μέ τήν άθρησκη δημόσια εκπαίδευση, σήμερα τά ιδιωτικά σχολεία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πού προσπαθούν νά συμπληρώσουν το κενό, επιδοτούνται οικονομικά από τό Κράτος. 5. Πρέπει ακόμα νά προσθέσουμε ότι αποδεχόμενοι τόν ομολογιακό χαρακτήρα δέν αποκλείουμε πλήρως τή διδασκαλία θρησκειολογικού μαθήματος.Η περί των άλλων θρησκευτική γνώση είναι απαραίτητη. Aλλά καί η σύγκριση καί η υπογράμμιση διαφορών καί η συγκριτική αξιολόγηση διδασκαλιών. O προβληματισμός καί κρίση ανήκει στόν άνθρωπο πού καλλιεργούμε στό μάθημά μας. Αυτόν, πού τό σύνολο σχολείο οφείλει νά τόν κάνει ικανό νά σκέπτεται λογικά καί τίμια, καί νά επιλέγει τό πιό αξιόλογο γιά τή ζωή.

6. Στήν 5η παράγραφο της «απάντησης των 44»,παρουσιάζεται επιχείρημα πού φαίνεται ότι φέρνει πολύ κοντά τήν άποψη του « θρησκειολογικού» μέ τήν άποψη του «ομολογιακού» μαθήματος. Γιατί υποστηρίζει ότι μέ τήν πρότασή τους (δηλ. του «θρησκειολογικού») θά διευκολύνονται «οι μαθητές νά αναγνωρίσουν πόσο ο Χριστιανισμός καί η Oρθοδοξία ιδιαίτερα επηρέασε καί συνδιαμόρφωσε τόν ελληνικό πολιτισμό, ως παράδοση, ως τέχνη, ως ήθος, ως στάση ζωής...». ( η υπογράμμιση δική μας). Καί εδώ ακριβώς υπάρχει η ουσιαστική διαφορά μας.Η παραπάνω φράση της «απάντησης των 44 » βλέπει, αντιλαμβάνεται τό Χριστιανισμό καί τήν Oρθοδοξία από καθαρά καί μόνο ιστορική παρουσία (: επηρέασε, συνδιαμόρφωσε) καί σάν πολιτιστικό μέγεθος (:παράδοση, τέχνη), καί ίσως λίγο περισσότερο πνευματικά, αλλά πάλι στήν ιστορική τους όπως φαίνεται διάσταση σάν κοινωνική συμπεριφορά (: ήθος, στάση ζωής). Καί ακριβώς τούτο δέν μπορεί νά είναι αποδεκτό. Τό νά τίθεται η πίστη καί η αποδοχή της στό ίδιο σημείο μέ όλες τίς άλλες θρησκείες, όχι μόνο ως πρός τόν πολιτισμό, τέχνη/ήθος, στάση ζωής, αλλά καί τήν αποδοχή της θείας Aποκαλύψεως στό πρόσωπο, τό έργο καί τή διδασκαλία του Χριστού. Κι' εμείς πού επιδιώκουμε τό «ομολογιακό», επιδιώκουμε καί τά τρία στοιχεία. Δέν θέλουμε μόνο τό τρίτο στενά καί φανατισμένα, όπως θέλουν μερικοί νά μάς παρουσιάσουν, αλλά ξεκινώντας-βάζοντας βάση αυτό τό τρίτο σημείο νά οικοδομήσουμε καί τά δύο προαναφερόμενα, ή μάλλον τά μόνα αναφερόμενα στό υπόμνημα των 44. Τό νά μή ενδιαφέρονται γι' αυτό τό τρίτο σημείο είναι πού μάς προβληματίζει. Εμείς πάντως τό ΘΜ τό βλέπουμε καί ως «γνωστικό» αντικείμενο, καί ως «ομολογιακό» . Διαφορετικά, ως απολύτως γνωστικό θά μπορέσουν, νά τό συρρικνώσουν καί νά τό αφαιρέσουν από τούς θεολόγους.

7 .Η 6η παράγραφος της «απάντησης» αναφέρεται κυρίως στήν αντίληψή τους γιά τό προτεινόμενο ως « θρησκειολογικό» μάθημα. Θά έπρεπε νά σχολιαστούν περισσότερες ίσως εκφράσεις. Όμως εμείς θέλουμε νά μείνουμε στίς παρακάτω: Λέγεται απ' τούς 44 ότι θέλουν οι μαθητές «νά κατανοούν κριτικά τή θρησκευτική γνώση καί όχι νά υποτάσσονται σέ δεδομένες παραδοχές». «Παραδοχή» βεβαίως είναι τό δόγμα, η πίστη μας. Θά τό απορρίψουμε, καί θά ερμηνεύσουμε τίς χριστιανικές αλήθειες κατά τή δική μας άποψη, εντελώς προτεσταντικά; Aλλά είναι «δεδομένη παραδοχή» καί « υποταγή » σ' αυτήν η πίστη στήν ενσάρκωση-ενανθρώπιση του β' προσώπου της Θείας Τριάδος καί η ανάστασή Του; Θά τή λέγαμε μάλλον «προτεινόμενη πίστη» πρός «αποδοχή». Εμείς αυτό θέλουμε καί σ' αυτό στοχεύουμε. Η πρόταση των 44 ότι οι μαθητές μας θά πρέπει νά οδηγούνται απ' τό ΜΘ ώστε « νά αναπτύσσουν προσωπικές θρησκευτικές αναζητήσεις καί όχι νά αποδέχονται θεσμοποιημένες βεβαιότητες, καί όχι νά υποτάσσονται σέ δεδομένες παραδοχές», αλλά «νά διαμορφώνουν τίς δικές τους υπεύθυνες απόψεις καί στάσεις ζωής γύρω από τή θρησκευτική πίστη (αυτό τίθεται γενικά) καί τό Χριστιανισμό ( δηλ. εννοεί τή χριστιανική πίστη)».Η πρόταση αυτή ιδιατέρως πρέπει νά μάς ανησυχεί. Διότι ανοίγει τό δρόμο της άρνησης ή καί της αίρεσης, αφού μάλιστα δέν θά έχει προηγηθεί η αποδοχή καί στερέωση της χριστιανικής πίστης στά παιδιά μας. Θά μάς αντιτείνουν ότι αυτό θά τό έχει κάνει ήδη η οικογένεια καί η Εκκλησία. Aλλά αγαπητοί, σέ ποιά εποχή ζείτε; Πόσο η σημερινή οικογένεια, ακόμα καί η απλώς πιστή στό Χριστό οικογένεια, πού αγωνίζεται γιά τή ζωή της ( καί των παιδιών της) θά τό πετύχει τούτο μόνη της; ή πόσο δέν τό απαιτεί απ' τό σχολείο, τό ελληνικό σχολείο, στό οποίο στέλνει τά παιδιά της; Καί η Εκκλησία της Eλλάδος τί δυνατότητες έχει στή σημερινή πραγματικότητα νά οδηγήσει τά παιδιά των Eλλήνων στήν πίστη καί τή στερέωσή της, ώστε νά μπορούν μετά νά ανοίξουν τή σκέψη τους σέ κάθε είδους θρησκειολογικό θρησκευτικό -φιλοσοφικό λογισμό; Τό ΘΜ τό θέλουμε γιά τίς ανάγκες, τίς πραγματικές, των Eλλήνων, της Eλλάδος του σήμερα.

8. Γιά τόν αριθμό των ωρών διδασκαλίας δέν θά εκταθούμε. Θά θυμίσω μόνο τά όσα έχουν κατά καιρούς τονισθεί καί γραφεί γιά τή δίωρη διδασκαλία του ΘΜ, αλλά καί κάθε μαθήματος, καί ένα σημείο θέλω νά τονίσω. Η περικοπή πού έγινε τό 1982 στό ωράριο του ΘΜ του Λυκείου ήταν η πλέον πρόχειρη, αψυχολόγητη καί ανεπιτυχής. Περικόπηκε στό ήμισυ (έγινε μιάς ώρας η διδασκαλία) τό μάθημα της χριστιανικής ηθικής. Ίσως αυτό πού πρωτίστως χρειάζεται νά διδαχθεί η σύγχρονη νεολαία. Περικόψαμε αυτό καί όχι ένα οποιοδήποτε άλλο θρησκευτικό μάθημα ( π.χ. τήν ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης).

9. Όσον αφορά στή διδασκαλία του ΜΘ., από θεολόγους στά Δημοτικά Σχολεία. Τό αίτημα αυτό είναι πάλι απότοκο των αναγκών της σύγχρονης πραγματικότητας. Aποδεχόμενοι τήν ψυχοπαιδαγωγική προϋπόθεση της σχέσης του δασκάλου μέ τό παιδί της ηλικίας αυτής, υποχρεωνόμαστε νά ζητήσουμε τήν παραπάνω ρύθμιση, επειδή πλήθυναν οι περιπτώσεις δασκάλων πού »παραβλέπουν» τήν διδασκαλία του ΘΜ. Καί βεβαίως είναι ορθή η πρόταση της ανάγκης κατάρτισης των δασκάλων στά παιδαγωγικά τμήματα των Πανεπιστημίων. Τήν ίδια πρόταση έχουμε κάνει πολλές φορές. Καί έγγραφα πρός το ΥΠΕΠΘ επανειλημμένως υποβάλαμε γιά τό διορισμό ειδικών καθηγητών Διδακτικής των Θρησκευτικών στά τμήματα αυτά. Πάντως σήμερα μόνο σέ ένα υπάρχει τέτοιος. Οι διαμορφούμενες ανάγκες είναι πολλές φορές εκείνες πού υπαγορεύουν ανάλογες ενέργειες καί δράσεις. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις είναι καλές, αλλά σέ περιπτώσεις προβληματικών πραγματικών καταστάσεων, οδηγούν σέ διαιώνιση των προβλημάτων. Κάποτε ίσως καί αυτό επιδιώκουν.

10. Στήν 8η παράγραφο η « απάντηση των 44» αγγίζει τό πιό σημαντικό σημείο πού τήν υπαγόρευσε. οφείλουμε νά τό δούμε: Κατ' αρχήν ανησυχεί γιατί η κοινοποίηση της επιστολής της Δ.Ι.Σ. στόν κ. Υπουργό «δημιουργεί τήν αίσθηση στήν κοινή γνώμη καί στούς θεολόγους ότι η Ποιμαίνουσα Εκκλησία υιοθετεί τίς προτάσεις της ΠΕΘ ως θετικές..» Αυτό ίσως τούς ενοχλεί. Aλλά υπενθυμίζουμε αυτό πού σημειώσαμε στήν αρχή ( παρ. 1 δική μας ). Τό δεύτερο πού ανησυχεί τους 44 είναι μήπως θεωρηθεί πώς «όλες αυτές οι προτάσεις συνιστούν « εξέλιξη» γιά τό ΘΜ». Καί τό συνδέουν αυτό μέ «στερεότυπες παρανοήσεις γύρω από τή θρησκευτική εκπαίδευση στήν Eλλάδα». Θά πρέπει όμως νά ρωτήσουμε άν «εξέλιξη» γιά τό ΘΜ στά σχολεία μας θά ήταν η μετατροπή τους σέ θρησκειολογικό- πολιτιστικό- ιστορικό καί κυρίως σέ αποκλειστικά καί μόνο γνωστικό μέ τήν περικοπή, τή διαγραφή, τήν απάλειψη κάθε προσπάθειας διδακτικού, μορφωτικού, ανθρωποπλαστικού χαρακτήρα των νέων Eλλήνων. Αυτή ακριβώς τήν πρόταση εξέλιξης δηλώνουμε σαφώς καί απεριφράστως ότι δέν θέλουμε. Γιατί πιστεύουμε καί αποδεχόμαστε τήν ανθρωποπλαστική καί διαμορφωτική της προσωπικότητας δύναμη της ορθόδοξης πίστης μας καί της διδασκαλίας του Χριστού μας. Αυτό ακριβώς δέν θέλουμε νά αποκλειστεί. Aπό κεί καί πέρα πολλά άλλα, ιδίως όσα αφορούν στό γνωστικό πεδίο, είναι όχι μόνο αποδεκτά, αλλά καί εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενα. Καί στό σημείο αυτό χρειάζεται ο διάλογος. Πού δέν ξέρω άν « χρειάζεται νά ξαναρχίσει», αφού ποτέ δέν θυμάμαι νά έγινε. Ενώ θυμάμαι αρκετούς αποφασιστικούς μονόλογους.

11. Τελειώνοντας θά αναφερθούμε στόν ομορφογραμμένο πράγματι επίλογο της «απάντησης των 44». Δέν θά σχολιάσουμε τήν διακήρυξη της πάλης « γιά ένα υποχρεωτικό... μάθημα». Όμως θά υπογραμμίσουμε τήν άποψη του Brumer,η μέ τήν οποία κλείνεται η όλη απάντηση. Πράγματι «μυριάδες αντι-σχολεία ανταγωνίζονται τό σύγχρονο σχολείο». Κι' άν τό σχολείο εγκαταλείψει τήν προσπάθεια νά διαμορφώνει πνευματικές προσωπικότητες καί αντ' αυτού αφήσει νά διαμορφωθεί σέ εργαστήριο πού θά δημιουργεί ανθρώπους οι οποίοι θά είναι «ρεζερβουάρ γνώσεων», όπως λέγει ο καθηγητής του Aριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Iωάννης Κογκούλης, τότε οι πολίτες του μέλλοντος δέν είναι δύσκολο νά φαντασθούμε πού θά οδηγηθούν απ' τά «αντι-σχολεία». Έχουμε ήδη γνωρίσει τήν αρχή της πορείας αυτής. Θά κλείσουμε μέ τήν αντιπαραβολή των δυό οραματισμών: Οι 44 φαίνεται ότι οραματίζονται ένα σχολείο μέ καθαρά γνωστικό ΘΜ, στό οποίο «τό κάθε παιδί θά πρέπει νά γίνει ένας θρησκευτικά εγγράμματος καί συνειδητοποιημένος πολίτης πού (νά) έχει εκπαιδευτεί νά σέβεται καί νά συνυπάρχει μέ τόν όποιον «άλλον» . Εμείς οραματιζόμαστε ένα ΘΜ πού θά οδηγεί τό κάθε παιδί νά γνωρίσει καί νά εκτιμήσει καί νά αγαπήσει το Χριστό καί τήν αγάπη Του καί τή διδασκαλία Του. Καί αυτό θά τόν κάνει νά γίνει συνειδητοποιημένος χριστιανός πολίτης πού πράγματι θά σέβεται, θά συνυπάρχει καί προπαντός θά αγαπά τόν όποιον άλλον. Νά γιατί θεωρούμε αυτούς πού αποδέχονται τό λεγόμενο «ομολογιακό» μάθημα πολύ περισσότερο συναινετικούς στόν όποιο σχετικό διάλογο. Ενώ αυτούς πού διαρρήδην τό απορρίπτουν καί τό αρνούνται πολύ περισσότερο «δογματικούς» καί μέ διάθεση απόλυτης επιβολής των απόψεών τους. Περιμένουμε νά δούμε άν θά γίνει σχετικός διάλογος καί ποιά μορφή θά πάρει αυτός. Καί στό χώρο της Πολιτείας καί των οργάνων της. Καί στό χώρο της Διοικήσεως της Εκκλησίας. Καί στό χώρο αυτής ταύτης της Εκκλησίας γενικώς.

****************************

Για το ίδιο θέμα, ο Σύνδεσμος Θεολόγων Μακεδονίας - Θράκης σε ανοιχτή επιστολή του προς τους "44" αναφέρει:

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ
Γραφείο 404, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ,
54624 Θεσσαλονίκη
τηλ. – fax: 2310 997113,
mail: theologoi@gmail.com,
URL: www.theologoi.wordpress.com

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Προς τους (44) Θεολόγους

Αγαπητοί συνάδελφοι,
Εκφράζουμε τη λύπη μας, διότι το κείμενο που δημοσιεύσατε, εκτός από μερικά σημεία του που εκφράζουν προβληματισμούς που απασχολούν όλους τους θεολόγους στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ατυχές και απαράδεκτο.

1.Είναι ατυχής και άδικη η κριτική που ασκείτε στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία οργάνωσε μαζί με τις Κοσμητείες των Θεολογικών Σχολών και την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων την Ημερίδα Στην Πεντέλη με θέμα «Εκκλησία και Θεολογία». Η ΔΙΣ, ως συνοργανώτρια της ημερίδας κατόπιν ομόφωνης παρακλήσεως των Θεολόγων που παραβρέθηκαν, ζήτησε από το ΥΠΕΠΘ να δει και να αντιμετωπίσει το ζήτημα της αδιοριστίας καθώς και το θέμα της προαιρετικότητας του μαθήματος των Θρησκευτικών που προέκυψε τον περασμένο Αύγουστο. Δεν αναφέρει η ΔΙΣ για ομολογιακό μάθημα (αυτός είναι ο δικός σας χαρακτηρισμός), διότι φυσικά το μάθημά μας δεν είναι ομολογιακό, εκτός αν πιστεύετε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ομολογία. Ζήτησε απλώς να είναι υποχρεωτική η διδασκαλία για τους Ορθοδόξους. Είναι άλλο το θέμα που βάζετε εσείς προς συζήτηση και δεν ασχολήθηκε μ΄ αυτό η Ημερίδα. Αντί να ευχαριστήσετε τον Αρχιεπίσκοπο και τα μέλη της ΔΙΣ που ήρθαν και πορβληματίστηκαν μαζί μας για δικά μας καυτά θέματα και να το θεωρήσουμε αυτό μια θετική αφετηρία που η ΔΙΣ δείχνει να είναι πρόθυμη και στο μέλλον να συμμετέχει στους αγώνες μας για τα θέματα που αφορούν το μάθημά μας, για την αδιοριστία κ.ά, έρχεστε και την κατακεραυνώνετε, γιατί δεν σκέφτηκε ή δεν έπραξε όπως θα θέλατε εσείς. Είναι λάθος, συνάδελφοι να μη έρχεστε στις Ημερίδες, να θέλετε όμως οι ημερίδες, από τις οποίες απουσιάζετε να αποφασίζουν όπως εσείς θέλετε.

2. Ήταν λάθος η παρέμβαση που κάνατε για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών από Θεολόγους στο Δημοτικό. Προτιμάτε, δηλαδή, να μην διδάσκεται το μάθημα στο Δημοτικό; Γιατί δεν μιλάτε γι΄ αυτό το θέμα; Γιατί δέχεστε να έρχονται από το Δημοτικό, που είναι η πρώτη βαθμίδα αγωγής και μόρφωσης, παιδιά θρησκευτικώς αναλφάβητα στο Γυμνάσιο (δεύτερη βαθμίδα αγωγής;) Γιατί δεν βλέπετε την πλημμελή διδασκαλία της θρησκευτικής αγωγής στο Δημοτικό, ως πρόβλημα αγωγής της χώρας και τα βάζετε με τους αδιόριστους Θεολόγους; Ξέρετε κάποια χώρα που διδάσκεται από εκπαιδευτικούς κάποιο μάθημα, χωρίς να έχουν οι εκπαιδευτικοί αυτοί αποδεδειγμένα, τα απαιτούμενα προσόντα, την απαραίτητη πανεπιστημιακή εκπαίδευση; Γιατί να απαιτείται πανεπιστημιακή ειδίκευση και κατάρτιση για να διδάξει ένας εκπαιδευτικός το μάθημα των Θρησκευτικών στην Α΄ Γυμνασίου και στην Στ΄ Δημοτικού (μια χρονιά νωρίτερα) το ίδιο μάθημα να το διδάσκουν ανειδίκευτοι και ανίδεοι; Σε ποια χώρα επιτρέπεται να γίνεται κάτι τέτοιο; Αυτά γιατί δεν σας απασχολούν; Και τάσσεστε με τόση ευκολία και αντισυναδελφικότητα εναντίον της ίδιας της ειδικότητάς σας και των αδιορίστων συναδέλφων σας;

3. Ως προς το θέμα της αλλαγής του χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, που μόνοι σας ανοίξατε, είναι φανερή η προχειρότητά σας, με την οποία αντιμετωπίζετε το θέμα.
Οι θέσεις που διατυπώνετε και το ύφος τους κειμένου σας, κάθε άλλο δείχνουν, από το ότι προβληματίζεστε σοβαρά και υπεύθυνα για το μάθημα των Θρησκευτικών. Το κεντρικό όμως στοιχείο του κειμένου σας είναι ότι θεωρείτε τους εαυτούς σας, ως τους μόνους κατάλληλους, ικανούς και αρμόδιους να επεξεργαστούν τα θέματα του μαθήματός μας. Ούτε καν μία πρόταση συνεργασίας, ούτε καν μία πρόσκληση διαλόγου και σύσκεψης.

Η τακτική αυτή, που εκφράζεται σε όλο το κείμενο όπως για παράδειγμα: «έχουμε δεσμευτεί να επεξεργαστούμε συγκεκριμένες προτάσεις για τον επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα των διαστάσεων και των στοχεύσεων του Θ.Μ.» ή « ομάδες Θεολόγων έχουν διαμορφωθεί και εργάζονται άτυπα, αλλά οργανωμένα» κ.ά., είναι μη θεολογική και μη συναδελφική. Την καταγγέλλουμε στους Θεολόγους και σε όσους αγωνιούν για το μάθημα των Θρησκευτικών. Είναι μια τακτική που διασπά την ενότητα των Θεολόγων και τους αγώνες τους για το μάθημά μας, υιοθετεί και καθιστά την υπόθεση του μαθήματος αντικείμενο διαχείρισης μιας ηγετικής ομάδας αυτοθεωρούμενων ειδικών και ειδημόνων και περιφρονεί τις Θεολογικές Σχολές, τους χιλιάδες θεολόγους και την Εκκλησία. Το θέμα του Θρησκευτικού Μαθήματος είναι θέμα όλων μας και πρέπει να αντιμετωπιστεί συλλογικά, συναδελφικά και ενωτικά από όλους. Γι’ αυτό σας καλούμε να ακολουθήσετε μια άλλη στάση.