Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Αναθεματολογία ή περί συνοδικότητος αυτοαναίρεσις


Του Κώστα Νούση
Θεολόγου - Φιλολόγου ΑΠΘ

Η ελλαδική επισκοπική παρουσία το τελευταίο διάστημα είναι καταιγιστικά αιφνιδιαστική, συνήθως, όμως, όχι ευχάριστα. Είναι θλιβερή η διαπίστωση της ηχηρής σιωπής της πλειοψηφίας των ιεραρχών στη δίνη των ημερών που διανύουμε και της ενοχλητικής πλέον νηνεμίας στην κορυφή της. Στην καλύτερη περίπτωση συναντούμε την προσπάθεια άρθρωσης λόγου πολιτικοκοινωνικά και εθνικά παρεμβατικού, ποιμαντικά εποικοδομητικού ή ψυχολογικά ενθαρρυντικού, ο οποίος μάλλον αστοχεί στην πρόθεσή του να μας πείσει.


Θα έλεγα πως στις πονηρές τούτες μέρες που ο λόγος σχεδόν έχασε και τη στοιχειώδη δύναμή του, ειδικά μετά το προς τούτο κατόρθωμα των ολιγίστων πολιτικάντηδων της λίαν προσφάτου πολιτικής μας ιστορίας, η εκκλησιαστική εκφορά του πρέπει να αποτελεί αγιοβιωματικό απαύγασμα και καρδιακό ξεχείλισμα μιας αυθεντικής εν Χριστώ αγάπης προς όλους, αν θέλει να λειτουργεί θεραπευτικά, συγκλίνοντας στη βαθύτερη ουσία και αποστολή του. Στην αντίθετη περίπτωση – την ορωμένη δυστυχώς - το μόνο που προκαλεί είναι μια ποικιλία αντιδράσεων, από το απαξιωτικό μειδίαμα μέχρι την αγανάκτηση και την οργισμένη αποστροφή.

Το πρόβλημα είναι κατά βάση, πάλιν και πολλάκις, συνοδικό, τουτέστιν εκκλησιαστικό. Αν γίνει προσπάθεια να επιλυθεί σε αυτή τη βάση, προφανώς και θα αποδώσει καρπούς, ακριβώς διότι η επανακατάφαση της πληγωμένης ενότητας θα σημάνει απλούστατα την υγιή λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος. Αντιδράσεις αυτόβουλες και αυτόκλητες, ύποπτες αυτοπροβολής, μεμονωμένες, σπασμωδικές, αυθαίρετα επαναστατικές, αντάρτικης χαρακτηρολογίας ή αποκομμένες από τη σοβαρότητα - μερικές φορές μη χρήζουσες καν σχολιασμού, όπως η πρόσφατη υπνώττουσα φωτογραφική απεικόνιση, οι παρακολουθούντες τα διαδικτυακά επισκοπικά κατορθώματα θα με εννοήσουν -επιφέρουν δυσάρεστες παρενέργειες και δυσφημούν την Εκκλησία. Οι χαλεποί καιροί μας χρειάζονται αυθεντικότητα και αγιότητα, την ίδια στιγμή που οι αιρετικοί αλωνίζουν σε όλους τους χώρους, μας προσπερνούν ιεραποστολικά και η νόσος της πολύτροπης αθεΐας εξαπλώνεται ανησυχητικά στο χάος των πολυπολιτισμικών και μετανεωτερικών καιρών και κοινωνιών.

Η έλλειψη αισθητικής παρούσα σε βίο και πολιτεία πολλών ιεραρχών. Τα γυναικοειδή ξεκατινιάσματα εντός και εκτός συνόδου σίγουρα πόρρω απέχουν των ένθεων «συρράξεων» ηγιασμένων προκατόχων τους και δη επί πολύ σοβαρότερων ζητημάτων. Το ίδιο συναντάμε και σε ήσσονος εκ πρώτης όψεως σημασίας πεπραγμένα τους, όπως η άχαρη επανάληψη ξύλινων επωδών του παρελθόντος και οι ακαλαίσθητες χρήσεις φράσεων, π.χ. του τύπου «παιδιά μου», όπως διάβασα πρόσφατα σε επιστολή τινός, συνοδευόμενη από ολοκληρωτικής απόχρωσης αίσθηση κατοχής και μονοπώλησης της αλήθειας. Αναρωτιέμαι πόσοι (άθεοι και έτεροι μη ορθόδοξοι ή ελλιπώς ορθόδοξοι, σίγουρα πλεονάζοντες νυν) σημερινοί άνθρωποι θα συνεχίσουν την ανάγνωση ενός κειμένου που τους αποκαλεί έτσι και με περιεχόμενο που υποτιμά τη νοημοσύνη πολλών γύρω μας – άλλαξαν οι καιροί, ανέβηκε το επίπεδο ευφυΐας και μόρφωσης – κυρίως όμως από την ενσυναίσθηση (διαισθητική απογοήτευση) μιας καταχρηστικής και υβριστικής χρήσης ενός όρου έντονα βιωματικής σήμανσης, ο οποίος όμως εκφέρεται χωρίς το ανάλογο εμπειρικό αντίκρισμα. Άλλωστε, η επιτεινόμενη διάσταση ανάμεσα στις λέξεις και στο νόημά τους συνιστά δείκτη της έκπτωσης των ηθών και, επί του προκειμένου, του εκκλησιαστικού γεγονότος, όπως για παράδειγμα βλέπουμε όλους τους «πατέρες» μας σχεδόν, από μοναχούς μέχρι ιερείς και επισκόπους, να μας πείθουν καθημερινά μάλλον για την υπ’ αυτών άγνοια του συγκεκριμένου κλητικού τους προσδιορισμού. Στο ίδιο μήκος κύματος οι επίσκοποι γίνανε δεσποτάδες και πάει λέγοντας, να μην πω κλαίγοντας…

Το πρόβλημα της συνοδικότητας – η πεμπτουσία της ορθόδοξα αγαπητικής αλληλοπεριχώρησης του εκκλησιαστικού είναι – διαφάνηκε πρόσφατα εν τη αυτοαναιρέσει της την ημέρα της εορτής της Ορθοδοξίας! Παρά τις όποιες καλές προθέσεις του γνωστού πλέον τοις πάσι υπερκινητικού (και με τα όποια θετικά πρόσημα) επισκόπου της ελλαδικής εκκλησίας, ο οποίος έλαβε την πρωτοβουλία να προσθέσει καινά αναθέματα στο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, που αναγιγνώσκεται την ημέρα της ως άνω εορτής, θεωρώ πως είναι εξόφθαλμα αντιφατικό να ενεργείται κάτι τέτοιο οικεία βουλήσει και ιδία πρωτοβουλία πάνω σε έναν καρπό συνοδικής σύμπραξης του εκκλησιαστικού σώματος, αν μη τι άλλο δηλαδή συλλογικότητας. Η συνοδικότητα ως ταυτοτικό χαρακτηριστικό ορθοδοξίας αποτελεί καθαίρεση των τάσεων (παπικής) αυθαιρεσίας και συγκέντρωσης της πληρότητας της αλήθειας (σε επίπεδο δυνατότητας κατοχής και έκφρασής της) σε ένα πρόσωπο. Επιβεβαιώνεται, όμως, για μια ακόμα φορά η εύστοχη παρατήρηση αρκετών ότι πολλές φορές ενεργούμε στην εκκλησία παπίζοντες (συνήθως οι κληρικοί), προτεσταντίζοντες (κατά κόρον οι λαϊκοί) και επαναφέροντες δι’ άλλης οδού αυτά που υποτίθεται ότι αντιστρατευόμαστε.

Η αφορμή γραφής του παρόντος στάθηκε μάλλον το ακαλαίσθητον των αναθεματισμών στο επίπεδο τόσο των σημαινομένων όσο και των σημαινόντων. Η εποχή μας, ο ψυχισμός του σύγχρονου ανθρώπου πράγματι δε σηκώνει αναθέματα για πολλούς λόγους. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η κατάσταση αυτή θα έπρεπε να φιμώσει τον εν λόγω εκκλησιαστικό τρόπο άσκησης ποιμαντικής, το βέβαιο είναι πως απαντώνται εν τη Παραδόσει πολύ πιο αποτελεσματικοί. Ο τρόπος των αγίων, ο γλυκύς και διακριτικά επιεικής, σώζει διαχρονικά μάλλον περισσότερο κόσμο. Ο σκληρός τρόπος – και δη η αναθεματολογική τραχύτητα - επιφέρει συνήθως απευκταίες παρενέργειες, θυμίζοντας πολλές φορές τη νοοτροπία έτερων θρησκευμάτων, για να μην πούμε ότι ελέγχεται ενίοτε και ως προς την ίδια την ουσία του. Να θυμίσω εδώ την παρατήρηση του π. Ανανία Κουστένη αναφορικά με τη μεταγραφή του τροπαρίου της παράκλησης της Παναγίας από «άλαλα τα χείλη των ασεβών» σε «εύλαλα τα χείλη των ευσεβών». Η Εκκλησία δε βρίζει, αλλά ευλογεί και θεραπεύει. Δεν καταριέται, αλλά περιθάλπει, συγχωρεί, περιχωρεί, σκεπάζει, σιωπά, υπομένει, περιμένει, ελέγχει γλυκά και διακριτικά, σώζει. Αλλά και αυτό το «Ερρίκω τω ογδόω»! Ίσως είναι το (κατά την υποκειμενική πάντοτε κρίση του γράφοντος) αντιαισθητικώς εκφερόμενο αρχαιοπρεπές κείμενο της προσφάτου αναθεματολογίας που με τσίγκλησε να γράψω περισσότερο…

Ούτε συμφυρμός συγκρητιστικής σύγχυσης και ρευστότητας ούτε γλυκανάλατες και άγευστες χάριτος αγαπολογίες, αλλά διάκριση εν Πνεύματι. Επιστροφή στη χαμένη χαρισματική συνοδικότητα. Αυτή θα θεραπεύσει τα πάντα. Αυτή θα επαναφέρει τους αιρετικούς στην Εκκλησία και όχι οι μεμονωμένες κραυγές βοώντων άνευ της εκκλησιαστικής ευλογίας, οι οποίες συνήθως επιβαρύνουν την ακοή και τη διάθεση ορθοδόξων και μη. Ας μεταφέρουμε στην Εκκλησία διδασκόμενοι από έναν Μακρυγιάννη (προς αισχύνη μας) το πνεύμα του εμείς και όχι του εγώ, των πολλών και όχι των λίγων ή του ενός.

Η πιθανή ένσταση ότι η Σύνοδος δεν τολμά και η εξ αυτής πρωτοβουλία αφορισμού του κακού με τη συνηγορία μάλιστα της καθολικότητας μιας τοπικής εκκλησίας και της πληρότητας εκπροσώπησης της ορθοδοξίας (και) από τον (ένα) επίσκοπό της, αληθεύει μεν εκκλησιολογικά, υποκρύπτει δε τον κίνδυνο της έπαρσης, διότι η έξαρση του ενός έναντι των υπολοίπων και η υποκατάσταση μιας «άφωνης, άνευρης, αδύναμης, δειλής ή δογματικά ένοχης» συνόδου ιεραρχών δημιουργεί ψευδαισθήσεις τύπου αναβίωσης μορφών Θεόδωρου Στουδίτη• νεοελληνιστί, ελλοχεύει ο κίνδυνος «να τη δει κάποιος» και αυτό δεν ξέρουμε πού θα οδηγήσει πνευματικά. Ο αντίλογος, φυσικά, μπορεί να συνεχιστεί με την πρόφαση ενός καθήκοντος και μιας ποιμαντικής αγωνίας για τη σωτηρία του ποιμνίου. Θα ρωτήσω, όμως, και πάλι αν αυτή η μέριμνα δε θα έπρεπε να περάσει από την έγκριση ή, τουλάχιστον, την ενημέρωση της Συνόδου, του σώματος των αδελφών συνεπισκόπων. Και σε περίπτωση που δε λάμβανε κάποιος την περιπόθητη ευλογία, θα μπορούσε να το επικαλεστεί και να τινάξει από πάνω του οιονδήποτε κονιορτό ευθύνης. Τότε δε θα έλεγε (ίσως) κανείς τίποτε. Όπως και να έχει το πράγμα, όμως, αναρωτιέμαι γιατί ο συγκεκριμένος επίσκοπος αντί του λειτουργικού αυτού αυτενεργητικού τολμήματος δεν ηρκείτο σε μια εμπεριστατωμένη ομιλία επί των νέων (;) ενοχλητικών αιρέσεων που κρίνει ότι ταλανίζουν την Εκκλησία ή στην ήδη πλούσια επιστολογραφία του (διαδικτυακώς και όχι μόνο) επί σχετικών θεμάτων. Και κάτι τελευταίο: οιαδήποτε καλή πρόθεση και ενέργεια ελέγχεται εξάπαντος πνευματικά στην περίπτωση που δεν τυγχάνει σχετικής ευλογίας. Η υπακοή είναι η βαθιά ψυχή της πνευματικής εν Χριστώ ζωής. Εδώ πλέον δε χωράνε με ευκολία αντεπιχειρήματα.

Σε κάθε περίπτωση, δημιουργήθηκε ένα ακόμα εκκλησιαστικό προηγούμενο που πιέζει την όντως άτολμη Σύνοδό μας να επιληφθεί του θέματος. Δεν μπορεί να κλείνει συνέχεια τα μάτια στη συσσώρευση τόσων «αντιοικουμενιστικών» παρασυναγωγικών δραστηριοτήτων. Ειδικά τώρα πρέπει να θεραπευτεί το εν λόγω λειτουργικό γεγονός, όχι τόσο επειδή δυσχεραίνει τον διενεργούμενο διάλογο και δυσφημίζει την εγχώρια σύνοδο για προβλήματα ανταρσίας ή ομοφωνίας, όσο διότι αποκαλύπτει το βαθύτερο συνοδικό μας πρόβλημα, που θέτει εν αμφιβόλω την αυθεντικότητα της εκκλησιαστικής μας ζωής και υπόστασης, κάτι που δυστυχώς περνάει ασυνειδήτως και στους εκτός Εκκλησίας με τις όποιες γνωστές τραγικές συνέπειες.

Μνημονεύω Αντώνιον Σιατίστης (+2005), τον αγιότατο επίσκοπο και εμβριθή της θεολογικής και θύραθεν παιδείας. Υπάρχουν και στους χαλεπούς καιρούς μας φαεινοί αστέρες στο εκκλησιαστικό στερέωμα, οδοδείκτες στον δρόμο της πνευματικής ζωής όχι μόνον ημών των ελαχίστων αλλά και των ταγών μας. Στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο «Βίος και Πολιτεία του οσίου γέροντος Πορφυρίου» (του Ευ. Καραδήμου) διαβάζουμε μια εκπληκτική ιστορία μιας ρωμαιοκαθολικής η οποία έβλεπε τον γέροντα έναν ολόκληρο χρόνο και εκείνος δεν της έκανε ούτε καν νύξη για αποταγή της παπικής πλάνης και επιστροφή στην Ορθοδοξία. Σίγουρα αυτό σκανδαλίζει, όπως και τότε σκανδάλισε τα πνευματικά του παιδιά, όταν το έμαθαν. Ο γέροντας αντέτεινε πως στο μεσοδιάστημα προσευχόταν για τη σωτηρία αυτής της ψυχής, «για να της μιλήσει ο ίδιος ο Θεός». Δε θέλω φυσικά με το παράδειγμα τούτο να περάσω το μήνυμα πως δεν πρέπει η Εκκλησία και οι επίσκοποί της να μάχονται παντοιοτρόπως για την Ορθοδοξία και την καθαίρεση των πλανών του διαβόλου. Θέλω απλά να επιστήσω την προσοχή στα κίνητρα και στον τρόπο του ευ εν Θεώ αγωνίζεσθαι, ώστε να μην καταντήσει υποχόνδρια εμμονή και ψύχωση, αλλά ολοκαύτωμα γνήσιας αγάπης προς όλους αδιακρίτως, η οποία εμπνέει, ελκύει και συγκινεί μάλλον παρά απωθεί και τρομοκρατεί.

Κ.Ν.

Λάρισα 28/3/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου