Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Η ταυτότητα της Εκκλησίας και οι μισθοί των αρχιερέων

 


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

Η συζήτηση που αναπτύχθηκε το τελευταίο διάστημα γύρω από το νέο μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος ανέδειξε εύλογους προβληματισμούς και κριτικές προσεγγίσεις. Επειδή, ωστόσο, προβλήθηκαν και αρκετές ανακρίβειες που προκάλεσαν σύγχυση τόσο της “εικόνας” που έχει ο κόσμος για την Εκκλησία, όσο – και, κυρίως -  για την ουσία, την  αληθινή της ταυτότητα,  γι’ αυτό και επιβάλλεται μια νηφάλια αποσαφήνιση των όρων και των δεδομένων που αφορούν στο όλο θέμα. Ιδίως δε μετά τη δημοσίευση του Φ.Ε.Κ. (102/Α/25.06.2026, αρθ. 56, Ν. 5313) για τις νέες αποδοχές των αρχιερέων υπό τη θεσμική  ιδιότητά τους ως θρησκευτικών λειτουργών και ειδικότερα ως «οργάνων διοικήσεως ΝΠΔΔ» (τουτέστιν των Ιερών Μητροπόλεων), ως η νομοθεσία και η νομολογία ορίζουν.

Ας τα πάρουμε λοιπόν, ένα-ένα, αφού προηγουμένως προσπαθήσουμε να διασαφηνίσουμε το διφυές του χαρακτήρος της Εκκλησίας μας, αφ΄ ενός μεν ως θείου καθιδρύματος (κυρίως και πρωτίστως), αφ΄ ετέρου δε ως «ΝΠΠΔ» (νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου - δευτερευόντως και μόνο ως προς τις νομικές της σχέσεις με την Πολιτεία). Έχουμε, λοιπόν, δύο έννοιες της «Εκκλησίας» με διάφορο περιεχόμενο:

Πρώτον (και εξ επόψεως θεολογίας και εκκλησιολογίας), την θείας προελεύσεως – την ποιμαίνουσα – Εκκλησία, η οποία κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη «οὐκ ἔστι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ιωαν.18,36) και την ιερωσύνη (και αρχιερωσύνη), ως λειτούργημα που τελείται μεν στη γη έχει, όμως, «τάξιν... ἐπουρανίων..ταγμάτων» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, «Περί Ιερωσύνης», Λόγος Γ’, PG 48,642). Αποτελεί επομένως ενιαίο θεανθρώπινο οργανισμό, κεφαλή του οποίου είναι ο ιδρυτής της, ο Χριστός, της Βασιλείας του οποίου «οὐκ ἔστaι τέλος» (Λουκ. 1,33). Κατά τον Απ. Παύλο η Εκκλησία, ως ευχαριστιακή / πιστεύουσα κοινότητα, είναι «σῶμα Χριστοῦ» (Ρωμ., 12, 4-5, Α’ Κορ. 12, 12-13) και ως εκ τούτου το έργο της ταυτίζεται με το έργο της κεφαλής της, δηλαδή με το έργο του Ενανθρωπήσαντος Θεού. Ενώ ειδικά για τους αρχιερείς ο Αγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος αναφέρει (εις την «Προς Μαγνησιείς») ότι προϊστανται του μυστηρίου των μυστηρίων, ήτοι της θείας ευχαριστίας, ως λειτουργοί «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ».

Δεύτερον (και εξ επόψεως δημοσίου / “κοσμικού” δικαίου), τη διοικούσα / τη θεσμικής υποστάσεως (τη …γήϊνη, την “ορατή”) Εκκλησία, την συγκροτουμένη υπό τη μορφή του συλλογικού οργάνου διοικήσεως, ήτοι της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (ΙΣΙ) ή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ) και των οργανωτικών τους υποδιαιρέσεων (Ιερές Μητροπόλεις, Ενορίες, Μοναστήρια, κ.ο.κ.) που έχουν την μορφή των ΝΠΔΔ κατά το οργανικό κριτήριο (δηλ. επειδή έτσι κατονομάζονται από το νομοθέτη) όσο και κατά το λειτουργικό κριτήριο (με την έννοια δηλ. ότι η οργάνωση του εκκλησιαστικού βίου είναι θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος στην Ελλάδα).

Υπενθυμίζω ότι η διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος απέκτησε τη σημερινή της ταυτότητα ως ιδιότυπο ΝΠΔΔ με το νομοθετικό διάταγμα 126/1969 (στη διάρκεια της δικτατορίας – επί «πρωθυπουργίας» Γ. Παπαδοπούλου και αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Κοτσώνη) και την διετήρησε, ως τέτοια (ΝΠΔΔ),  επί μεταπολιτεύσεως (από το 1977 με τον Ν. 590 επί πρωθυπουργίας Κων. Καραμανλή και αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ Τίκα) και μέχρι σήμερα. Υπενθυμίζω, επίσης, ότι, επί τη βάσει των δεδομένων του συστήματος της “νόμω κρατούσης  πολιτείας”, παγία υπήρξε η θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) ότι οι Μητροπολίτες είναι «όργανα διοικήσεως» της οικείας Μητροπόλεως η οποία κατά τη ρητή διάταξη του Καταστατικού Χάρτη (Ν. 590/77, αρθ. 1 § 4) αποτελεί ΝΠΔΔ.

H διαφορά είναι σαφής και το θέμα «λεπτό», υπό το πρίσμα και την έννοια της απαραίτητης διακρίσεως που θα πρέπει να υφίσταται μεταξύ της μυστηριακής δομής της Εκκλησίας ως “σώματος Χριστού” και της διοικητικής διαρθρώσεώς της ως δημοσίου, διοικητικού θεσμού (ΝΠΔΔ), όπως ρυθμίζεται από την πολιτειακή / έννομη τάξη. 

Ερχόμαστε τώρα στο «δια ταύτα» για το μισθολογικό των αρχιερέων: To θέμα, υπό το υφιστάμενο πλαίσιο των σχέσεων Πολιτείας-Εκκλησίας, είναι καθαρά πολιτικό και νομικό (έχοντας βεβαίως και τις θεολογικές διαστάσεις του – αλλ΄ αυτό είναι άλλης τάξεως ζήτημα). Εν προκειμένω, αφ΄ ης στιγμής αυξάνεται ο μισθός των Γενικών Γραμματέων των Υπουργείων και βάσει του νόμου (Ν. 5313/2026) προβλέπεται αναλογική αύξηση (και) για το μισθό των Μητροπολιτών, αυτό συντελείται αυθωρεί και παρά χρήμα - ως πρόβλεψη του νόμου (και) για τα πρόσωπα (Μητροπολίτες) που υπηρετούν σε ανώτερες διοικητικές θέσεις ως «όργανα διοικήσεως» (εν προκειμένω των Ι. Μητροπόλεων). Είναι δε απορίας άξιον πως ορισμένοι αρχιερείς, ενώ από τη μία είναι όχι απλώς υπέρμαχοι και δυναμικοί υπερασπιστές του status των Μητροπολιτών ως «οργάνων διοικήσεως», από την άλλη διαμαρτύρονται για την εφαρμογή της νομοθεσίας ζητώντας να μην ισχύσουν οι αυξήσεις που προβλέπονται για τα «όργανα διοικήσεως» -  πιθανώς επειδή τις θεωρούν υπερβολικές. Ναι, αλλά ο νόμος είναι νόμος και δεν μπορεί ( ; )  να εφαρμόζεται κατά το δοκούν… Δεν μπορεί από τη μία να υπερασπίζεσαι την ιδιότητα του «οργάνου διοικήσεως» για έναν Μητροπολίτη κι από την άλλη να θεωρείς μη συμβατή τη πρόβλεψη του (κρατικού) νόμου για αύξηση της μισθοδοσίας του, υπό την αυτή ιδιότητα. Δεν μπορεί να ζητάς την εφαρμογή ακόμη και δικαστικών αποφάσεων εκδοθεισών κατόπιν προσφυγόντων σε (κοσμικά) δικαστήρια εκκλησιαστικών «οργάνων διοικήσεως ΝΠΔΔ» εις βάρος της (διοικούσης) Εκκλησίας και τώρα να σε πιάνει ο πόνος και να θέτεις …ηθικό ζήτημα επειδή παρέχονται σε «όργανα διοικήσεως» της Εκκλησίας μισθολογικές αυξήσεις (υπάρχει και τέτοια περίπτωση  διαφωνούντος με τις αυξήσεις, «αγωνιστού» Μητροπολίτου).

Υφίσταται κάποια παραδοξότης που δημιουργεί προβληματισμούς˙που χρήζει απαντήσεων.  

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι καθηγητής Β’/θμιας (ΠΕ01), δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου