Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδοξίας: γιατί πρέπει να υπογραφεί από όλες τις Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες



Του Κώστα Νούση,  
Θεολόγου - Φιλολόγου ΑΠΘ,
συνεργάτου του "Θεολογικού Συνδέσμου"


«Η Ορθόδοξος Εκκλησία, πιστή εις την ομόφωνον ταύτην αποστολικήν παράδοσιν και μυστηριακήν εμπειρίαν, αποτελεί την αυθεντικήν συνέχειαν της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Η φράση αυτή από την Εγκύκλιο της Συνόδου της Κρήτης (2016) θεωρώ ότι λέει σχεδόν τα πάντα, αναφορικά με τις ενστάσεις περί οικουμενισμού και προδοσίας της πίστεως από διάφορες κατευθύνσεις. Ο γράφων ήταν εξαρχής θερμός υποστηρικτής της πραγμάτωσης της Συνόδου παρά τα όποια εμπόδια και αρθρογράφησε σχετικώς. Στη συνέχεια, επηρεασθείς μάλλον από φονταμενταλιστικές Σειρήνες, έδειξε έναν έντονο σκεπτικισμό, ο οποίος σε συνδυασμό με τη μη επισταμένη μελέτη των κειμένων, τον οδήγησε σε ένα άρθρο το οποίο σήμερα θεωρώ ότι αδικεί την πραγματικότητα τής εν λόγω συνόδου[1]. Με την παραδοχή, λοιπόν, αυτή του mea culpa προχωρεί σε μία επανάγνωση των κειμένων της Συνόδου και επαναξιολόγηση της Ορθοδοξίας της.

Οι ενιστάμενοι κατά της Συνόδου προ της συγκλήσεώς της επικαλέστηκαν πληθώρα αντιρρήσεων, προκειμένου να την αμαυρώσουν έως και να την ακυρώσουν. Εκ των υστέρων, επίσης, στο ίδιο μότο κινούμενοι οι περισσότεροι εξ αυτών ανακάλυπταν δήθεν ή εφεύρισκαν επιχειρήματα χάρτινα με τον ίδιο εξάπαντος στόχο. Αναφέρω για παράδειγμα την ενόχληση πολλών για την παρουσία ετερόδοξων παρατηρητών. Τρωγόμαστε με τα ρούχα μας νομίζω… Βέβαια, υπάρχει και κάτι πιο σοβαρό: η παραβίαση της αρχής της ομοφωνίας αναφορικά με τις απουσίες ενίων τοπικών Εκκλησιών. Το θέμα ωστόσο είναι αυταπόδεικτο. Οι Εκκλησίες αυτές άραγε απείχαν και δεν υπέγραψαν για ουσιαστικούς λόγους ή με άλλα παρασκηνιακά κριτήρια κινούμενοι; Η απάντηση και εδώ προφανής, ωστόσο παραμένει ανοιχτό το θέμα, μέχρι και αυτοί είτε να υπογράψουν τα κείμενα είτε να τεκμηριώσουν επαρκώς την άρνησή τους. Σε περίπτωση που δεν έχουμε πειστική τοποθέτηση, τότε θεωρώ πως εκπίπτει de facto η κατάρριψη από μέρους τους της ισχύος της αρχής της ομοφωνίας.

Μένουμε λοιπόν στον βασικό πυρήνα, που είναι τα κείμενα της Πανορθόδοξης αυτής Συνόδου. Πάνω σε αυτά πρέπει να στηρίξουμε τις ενστάσεις μας και όχι σε πυροτεχνήματα και σε σενάρια μανιοκαταδιωκτικά, ερειδόμενα σε πιθανές προδοτικές προθέσεις και σχεδιασμούς που διενεργούνται από τους «οικουμενιστές» κάτω από το τραπέζι. Άλλωστε, έχει καταντήσει κουραστικό έως γραφικό να επιχειρηματολογούν τοιουτοτρόπως και επιστήμονες θεολόγοι, «ηγετικές» μορφές των επανισταμένων «αντιοικουμενιστών». Ποιος μπορεί, στ’ αλήθεια, να διαγνώσει προθέσεις, ει μη ο έχων το διορατικό χάρισμα; Και ποιος από αυτούς που μέχρι τώρα γράφει, πατώντας πάνω σε υποθέσεις, μπορεί να το ισχυριστεί αυτό για τον εαυτό του; Έφτασαν μήπως οι ενιστάμενοι στα μέτρα των αγίων Πατέρων; Ας σοβαρευτούμε και λίγο… Το ίδιο ισχύει και για σχετικές θεολογικές διατριβές και άρθρα που δημοσιεύονται. Δίκες προθέσεων και αντιρρητικούς λόγους κατά υποθετικών σεναρίων δεν θυμάμαι να γνώρισε η εκκλησιαστική ιστορία. Οι άγιοι Πατέρες και οι Σύνοδοι απαντούσαν, αφότου αναφύονταν οι αιρέσεις και οι αιρετικοί. Έπαιρναν θέσεις επί εκπεφρασμένων και συγκεκριμένων θέσεων, διατυπώσεων, ενεργειών και κειμένων και όχι ασαφών, νεφελωδών και αοριστολογικών καταστάσεων. Πρέπει να σταματήσει αυτή η σύγχυση, η οποία μονάχα θόρυβο προκαλεί (Ματθ. 27,24). 

Επί της ουσίας τώρα. Στα κείμενα δηλαδή. Τα οποία και μένουν άλλωστε. Θα ξεκινήσω με τα θέματα που έπιασε η Σύνοδος. Μια Σύνοδος που έγινε – κι αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί – στο σήμερα και με σύγχρονα κριτήρια, χωρίς φυσικά να χάνεται επ’ ουδενί η ουσία της Παράδοσης. Αυτό επίσης το αναφέρω προκαταβολικά, διότι μερικοί περίμεναν να ακούσουν αναθέματα από τη Σύνοδο και μια πιθανή επανάληψη του Συνοδικού της Ορθοδοξίας. Δεν σηκώνει η εποχή μας αναθέματα και αφορισμούς, ει μη προπάντων διάλογο, συναίνεση, συνεννόηση. Είμαστε στην εποχή του διαδικτύου, της πολυπολιτισμικότητας, της παγκοσμιότητας. Στ’ αλήθεια, και να το θες, ποιον να πρωταναθεματίσεις…

Η Εκκλησία είναι η μάνα του σύμπαντος κόσμου. Και ως μάνα κάμει και την «οικονομία» της αρχοντικά και διαχρονικά. Χωρίς φυσικά να οδηγεί στην κόλαση, καταστρέφοντας την ακρίβεια της αλήθειας. Και η οικονομία στηρίζεται, όπως και το καθετί, στην ίδια την αγία Γραφή (Ματθ. 18,22). Πάνω σε αυτό το πνεύμα της αγάπης και της συγχωρητικότητας του Ευαγγελίου η Ορθόδοξη Εκκλησία σε οικουμενικό επίπεδο διακήρυξε το πνεύμα του Χριστού: της ειρήνης, του σεβασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας, της ανεκτικότητας, της διαλλαγής, της κενωτικής αγάπης, του διαλόγου, της θεραπείας της αμαρτίας, της αποδοχής της ετερότητας.

Ας δούμε ενδεικτικά τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε η Σύνοδος: ειρήνη, καταγγελία του πολέμου, καταδίκη των φυλετικών και πάσης φύσεως διακρίσεων, του θρησκευτικού και κάθε μορφής φανατισμού, ζηλωτισμού και φονταμενταλισμού. Αφορισμό του εθνοφυλετισμού – που ακόμη ταλαιπωρεί τους Ορθοδόξους σε διεθνές επίπεδο. Λόγος περί της οικολογικής κρίσης, για τη Μέση Ανατολή, για το προσφυγικό, για τον θεσμό του γάμου και της νηστείας σήμερα. Απόρριψη της ύπαρξης τρίτου φύλου και πάσης θεσμικής συμβιώσεως εκτός γάμου ανδρός και γυναικός. Τοποθέτηση επί θεμάτων παγκόσμιας οικονομίας, πολιτικής, υπερκαταναλωτισμού, πλουτοκρατίας, αγωγής νέων, ΜΜΕ, επιστημονικής δεοντολογίας και βιοηθικής. Επισφράγιση και επευλόγηση της Ορθόδοξης διαχρονικής ιεραποστολικής τακτικής των διαχριστιανικών και διαθρησκειακών διαλόγων. Μια καίρια και προφητική τοποθέτηση γεμάτη αγωνία, έμπονη μέριμνα, αγάπη και ελπίδα για το μέλλον της ανθρωπότητας επί της γης. Συνάμα δε και εσχατολογική υπόμνηση της προσδοκώμενης Βασιλείας του Θεού.

Μερικοί θα απορήσουν για τον δοκιμιακό χαρακτήρα των κειμένων. Ναι, διότι πρώτα από όλα πρόκειται για ένα κείμενο διαλόγου με τη μετανεωτερικότητα και την αποχριστιανισμένη ανθρωπότητα τού σήμερα. Άλλοι ίσως τα θεωρήσουν πλεονασμούς και αυτονόητες επαναλήψεις μερικών κοινών τόπων, όπως η αναγνώριση των δύο φύλων και ο θεσμός τού εν Χριστώ γάμου. Θα πρέπει, ωστόσο, να συνειδητοποιήσουμε βαθιά όλοι μας πως έχει παρέλθει η εποχή των προνεωτερικών δεδομένων. Για παράδειγμα, οι σχέσεις των δύο φύλων και τα σύμφωνα συμβίωσης μάς εισάγουν σε μια ανθρωπολογική αναθεώρηση, κάτι αδιανόητο για προγενέστερες περιόδους. Επομένως, η μαρτυρία της Συνόδου είναι προφητικότατη και ευστοχότατη.

Εκεί, βέβαια, που «σκάλωσε» το θέμα για τους περισσότερους ήταν το τελευταίο κείμενο αναφορικά με τη σχέση Ορθοδόξων και ετεροδόξων χριστιανών. Ήταν η ωραιότερη πρόφαση για τις Εκκλησίες που απείχαν της Συνόδου, προκειμένου να αποκρύψουν τις έτερες «πονηρές» προθέσεις τους – εδώ τωόντι μπορούμε να τις διαγνώσουμε ξεκάθαρα – αλλά δεν θα επεκταθούμε περεταίρω, διότι δεν είναι ζήτημα της παρούσης. Μια απάντηση στον καθηγητή κ. Τσελεγγίδη θεωρώ πως θα μας βοηθήσει αρκετά πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Πολύ φοβάμαι ότι πολλοί έπεσαν στη λούμπα των προμάχων της ομολογίας, μιας ταυτότητας που τους έδωσαν ακραίοι και φονταμενταλίζοντες αδελφοί μας. Και αυτοί οι εγκλωβισμοί οδηγούν αναπόφευκτα σε μειωμένη ορατότητα των πνευματικών φαινομένων, άχρι σημείου σχίσματος από την Εκκλησία (βλ. ενδεικτικά την περίπτωση του έτερου ακαδημαϊκού και προσφάτως αποτειχισθέντος π. Θεοδώρου Ζήση). Ο δογματολόγος του Α.Π.Θ. λοιπόν έστειλε μια επιστολή στην Ι. Σύνοδο της Ελλαδικής Εκκλησίας, στην οποία πέφτει σε μια σωρεία σφαλμάτων και αντιφάσεων, μόνο και μόνο διότι οι προϋποθέσεις από τις οποίες ξεκινάει – η θανάτωση του εκκολαφθέντος θηρίου του Οικουμενισμού – δεν τον αφήνει να αναγνωρίσει και να παραδεχθεί την πραγματικότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου[2]. Και αυτή αποτυπώνεται εξάπαντος στα κείμενά της, στην Εγκύκλιο και στο Μήνυμά της και όχι στις όποιες δήθεν οικουμενιστικές προθέσεις κρύβονται όπισθεν προσώπων και διατυπώσεων. O καθηγητής βλέπει στις συνοδικές διατυπώσεις αναγνώριση εκκλησιαστικότητας των ετεροδόξων. Η συνάφεια του κειμένου, ωστόσο, προδήλως μαρτυρεί για το αντίθετο.

Τι αναφέρει, λοιπόν, το συνοδικό κείμενο; «Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ούσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία»[3]. Πιο κάτω: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετερόδοξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών»[4]. Και παρακάτω: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία πιστή εις την εκκλησιολογίαν αυτής, εις την ταυτότητα της εσωτερικής αυτής δομής και εις την διδασκαλίαν της αρχαίας Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων, συμμετέχουσα εν τω οργανισμώ του Π.Σ.Ε., ουδόλως (οι υπογραμμίσεις δικές μας) αποδέχεται την ιδέαν ‘της ισότητος των Ομολογιών’ και ουδόλως δύναται να δεχθή την ενότητα της Εκκλησίας ως τινα διομολογιακήν προσαρμογήν»[5]. Και κλείνοντας το σχετικό κεφάλαιο παραθέτουμε και το ακόλουθο: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία, πιστή εις την ομόφωνον ταύτην αποστολικήν παράδοσιν και μυστηριακήν εμπειρίαν, αποτελεί την αυθεντικήν συνέχειαν της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας»[6]. Τι περισσότερο θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σε αυτές τις δηλώσεις ακραιφνούς ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας;

Ωστόσο, πέρα από τον θετικό προσδιορισμό, έχουμε και τον αρνητικό, ο οποίος γίνεται στα πλαίσια της θεραπείας των αιρετικών μέσα στη δίνη της κακοήθειας των ιστορικών εξελίξεων. Αυτό το πράγμα φαίνεται και στα προηγούμενα παραθέματα, π.χ. όταν αναφέρει ξεκάθαρα πως αποδέχεται απλά και μόνο την ονομασία των ακοινωνήτων με αυτήν Εκκλησιών και  ουδόλως αποδέχεται την ισότητα των Ομολογιών. Εδώ ο κ. Τσελεγγίδης βλέπει «θεολογικές αντιφάσεις». Μήπως, άραγε, γιατί είναι προκατειλημμένος, κυνηγώντας a priori το οικουμενιστικό φάντασμα, το οποίο σχεδόν άπαντες βλέπουν πλέον πανταχού παρόν; Εμείς, εντούτοις, προσπαθούμε να σταθούμε στα ίδια τα συζητηθέντα και υπογραφέντα, τα οποία θεωρούμε ότι από μόνα τους τα λένε όλα ξεκάθαρα και άνευ περιστροφών και αντιφάσεων. Όταν όμως φοράς συγκεκριμένα γυαλιά, είναι αναμενόμενο να δεις αναλόγως και τα πράγματα. Αυτό όμως ούτε λογικό ούτε επιστημονικό είναι και, θα λέγαμε, από κάθε άποψη προβληματικό.

Η Σύνοδος, παρά ταύτα, αναφέρεται και με αντιρρητικό τρόπο κατά των αιρέσεων. Στην Εγκύκλιο, αφού αυτοπροσδιορίζεται η Ορθόδοξη Εκκλησία ως η Εκκλησία των Συνόδων (Οικουμενικών και άλλων), προβαίνει σε ρητή αναφορά και αναγνώριση Συνόδων καθολικού κύρους, όπως είναι η επί Μεγάλου Φωτίου (καταδίκη Filioque), οι Σύνοδοι του 14ου αιώνος (μέθεξη ακτίστων ενεργειών), αυτές που αποκήρυξαν τη ενωτική σύνοδο της Φλωρεντίας και προτεσταντικές δοξασίες και, για να μην τα πολυλογώ, εμμέσως πλην σαφέστατα η Ορθόδοξη Εκκλησία στρέφεται κατά των δογματικών παρεκκλίσεων του ρωμαιοκαθολικισμού και του προτεσταντισμού[7]. Πού, πραγματικά, μπορεί εδώ κάποιος να διαγνώσει οικουμενισμό, όπως ο καθηγητής της Θεσσαλονίκης και όποιος άλλος κινείται στο ίδιο δονκιχωτικό πλαίσιο αντιπαράθεσης κατά πάντων των ορατών και αοράτων, υπαρκτών και ανυποστάτων εχθρών της Εκκλησίας;

Την τελευταία σανίδα σωτηρίας των αντιοικουμενιστικών ενστάσεων αποτέλεσε, ως φαίνεται, η έμμεση αναγνώριση εκκλησιαστικότητας στους ετεροδόξους διαμέσου της χρήσης του όρου «Εκκλησίες» και για αυτούς. Ωστόσο, από τα παραπάνω είναι ξεκάθαρο πως η χρήση του όρου γίνεται καταχρηστικά, ενώ κατ’ ουσίαν και πληρότηταν ο όρος ανήκει μονάχα στην αυθεντική συνέχεια της αρχαίας Εκκλησίας, ήτοι στην Ορθόδοξη. Είναι άξιο απορίας τουλάχιστον που και ο κ. καθηγητής δογματικής αποσιωπά την απόδοση τής εν λόγω ονοματοχρησίας για τους αλλοδόξους και από Ορθόδοξες Συνόδους μετά το Σχίσμα του 1054, αλλά και από αναγνωρισμένους και μη Αγίους της Ορθοδοξίας. Θα αναφέρω ενδεικτικά τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό (άκρως ανθενωτικό Πατέρα), τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και τον άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως[8]. Πρόσφατα διάβαζα στον μεγάλο θεολόγο των ημερών μας π. Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη να μιλάει ρητά για Δυτική Εκκλησία. Και δυο ακόμη ενδεικτικές παραθέσεις για του λόγου το αληθές: «Οι Άγγλοι εγένοντο Χριστιανοί από του 590 έτους και κατά το 1520 απεσπάσθησαν από την Ρωμαϊκήν (του Πάπα) Εκκλησίαν ασπασθέντες το του Καλβίνου δόγμα μεθ’ όλης της Σκωτίας»[9]. Και κλείνω με το ακόλουθο απόσπασμα από την Εγκύκλιο προς τους Ορθοδόξους Αντιοχείς της εν Κων/πόλει Συνόδου του 1722, η οποία χαρακτηρίζει μάλιστα με σκληρή γλώσσα τους Λατίνους (ως Παπίστες κλπ): «Παρά ταύτα δε και εκείνο ουκ ορθώς δοξάζει η Ρωμαϊκή Εκκλησία περί της των δικαίων απολαύσεως…»[10].

Θα ήθελα επίσης να πω δυο λόγια και για τις θεολογικές τεκμηριώσεις που γίνονται δια των σύγχρονων χαρισματικών Γερόντων. Δεν μπορούμε να παίρνουμε μεμονωμένα περιστατικά, λόγια και παραδείγματα από τη ζωή τους, προκειμένου να θεμελιώσουμε επί παντός επιστητού τις απόψεις μας. Για παράδειγμα, ο Σεβασμιώτατος Μόρφου Νεόφυτος στην τεκμηρίωση της απόφασής του να μην υπογράψει το τελευταίο κείμενο της Συνόδου της Κρήτης, επικαλείται κάποια μεμονωμένα περιστατικά, τα οποία δεν έχουν την απαιτούμενη βαρύτητα για τόσο σημαντικές συνοδικές αποφάσεις, όπως π.χ. το περιστατικό με τον γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη και τον παπικό προσκυνητή κατά τη διάρκεια μιας απλής τράπεζας φαγητού[11]. Μπορεί ο καθένας να αντιπαραθέσει εν προκειμένω κάτι αντίθετο και να «μπερδέψει» τα πράγματα, όπως το χαρακτηριστικό περιστατικό με την όστια και τον όσιο Πορφύριο[12]. Ωστόσο, στο ίδιο κείμενο δίνεται μια ηχηρή απάντηση μέσω του γέροντος Σωφρονίου, αν και ο άγιος Μόρφου το παραθέτει από αντίθετη οπτική γωνία και στοχοθεσία: «Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔλαβε τὴν τελική της μορφὴ ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, δὲν ἐπιδέχεται καμιὰ ἀλλαγή. Ὅλη ἡ μετέπειτα ἐπιστημονικὴ ἐργασία πρέπει ἀπαραίτητα νὰ συμφωνεῖ μὲ ὅ,τι ἤδη δόθηκε στὴ θεία ἀποκάλυψη καὶ διατυπώθηκε στὴ διδαχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ χάρη. Τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος, μπορεῖ νὰ κατέχει μόνο ἡ μία καὶ μοναδικὴ Ἐκκλησία. Ὅλες ὅμως οἱ ἄλλες ἐκκλησίες διαθέτουν χάρη ἐξαιτίας τῆς πίστεως στὸν Χριστό, ὄχι ὅμως στὴν πληρότητα». Αν διαβάσει κάποιος προσεχτικά μονάχα αυτό το απόσπασμα, θα δει πόσο συμφωνεί με το πνεύμα και το τελικό κείμενο της Συνόδου της Κρήτης.

Θεωρώ προσωπικά, με βάση τα τελικά και επίσημα κείμενα, απαράδεκτες τις αντιθεολογικές προφάσεις αποχής από την Σύνοδο των τεσσάρων Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών (Ρωσίας κλπ.) παρά τα προσυμφωνηθέντα των Προκαθημένων των Εκκλησιών λίγους μήνες πρωτύτερα και, αν δεν τεκμηριώσουν επαρκώς και μονάχα θεολογικά τη μέχρι σήμερα στάση τους, τουλάχιστον αδικαιολόγητους, σύμφωνα και με το γνωστό διαφημιστικό σποτάκι των ημερών, όσους στο εξής δεν υπογράψουν τα κείμενα της Κρήτης. Προσωπικά επαναλαμβάνω για μια ακόμη φορά ότι δεν βρίσκω κάποιο επιλήψιμο στοιχείο σε αυτήν τη Σύνοδο, η οποία δικαίως μπορεί να αποκληθεί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, και Αγία και Μεγάλη. Ο δυνάμενος χωρείν σε αντίλογο σοβαρό και όχι συνθηματολογικό, χωρείτω (Ματθ. 19,12).

Κ.Ν.
23/4/2017
Λάρισα
Κυριακή του Θωμά και Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου




[3] Λόγος Συνόδου, Τα κείμενα της αγίας και μεγάλης συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Κρήτη 2016, εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2017, σελ. 109.
[4] Ό.π. σ. 110.
[5] Ό.π. σ. 116.
[6] Ό.π. σ. 124.
[7] Ό.π. σσ. 124-125.
[9] Νικοδήμου Αγιορείτου, Χρηστοήθεια των Χριστιανών, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991,σ. 411.
[10] π. Ιωάννου Ρωμανίδου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Β’, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 482.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου