Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο φορέας πολιτισμικών αξιών


* Διάλεξη στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας για τις εκπαιδευτικές εφαρμογές στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ)

newsdesk, "Amen.gr"

Τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο ως «άμβωνας» της θεολογίας και φορέας πολιτισμικών αξιών, ανέλυσε ο δημοσιογράφος - συνεργάτης του Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας και θεολόγος - καθηγητής, M.Sc. και υπ. διδάκτορας του ΑΠΘ, κ. Χάρης Ανδρεόπουλος, μιλώντας σε φοιτητές του Παιδαγωγικού τμήματος Προσχολικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Η διάλεξη οργανώθηκε στο πλαίσιο μαθήματος «Mέσα Mαζικής Ενημέρωσης, Επικοινωνιακές Θεωρίες και Εκπαιδευτικές Εφαρμογές» από την διδάσκουσα το εν λόγω μάθημα διδάκτορα (Dr.) Κοινωνιογλωσσολογίας - και ήδη εκλεγμένη Λέκτορα του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων - κ. Νικολέτα Τσιτσανούδη.

* Αναλυτικό ρεπορτάζ στη Πύλη Εκκλησιαστικών Ειδήσεων, "amen.gr":
και στό (εξαιρετικό!) Ιστολόγιον "Ιδιωτική Οδός":

"Kατά οικουμενιστών και νεωτεριστών"


Λάβαμε και δημοσιεύουμε ευχαρίστως το παρακάτω άρθρο του φιλολόγου - θεολόγου κ. Παναγιώτη Τελεβάντου, με το οποίο ασκεί κριτική στις θέσεις που εκφράζει για τα θέματα του διαχριστιανικού διαλόγου ο σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος:

* * * *

Aρθρο του φιλολόγου & θεολόγου

κ. Παναγιώτη Τελεβάντου

"Ο ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Πολλοί επεσήμαναν, σε διάφορα ιστολόγια και θρησκευτικά περιοδικά, τις απαράδεκτες θέσεις που εκφράζει τον τελευταίο καιρό ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος. Συνυπογράφω όλα όσα του καταμαρτυρούν για τις αντιευαγγελικές θέσεις που εκφράζει και τις αντικανονικές ενέργειες που προβαίνει. Για λόγους αληθείας και δικαιοσύνης, όμως, θέλω να επισημάνω ένα σημείο που, κατά την άποψή, μου έχει δίκαιο. Καταρχήν νομίζω ότι πρέπει να του αναγνωριστεί ότι έχει το θάρρος ή αν θέλετε το θράσος της γνώμης του. “Αν μας θεωρούν προδότες ας απευθυνθούν στη Σύνοδο”, λέγει προκλητικά. Μήπως σε τελευταία ανάλυση έχει δίκαιο;

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ

Δεν είναι η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος που τον εξέλεξε να την εκπροσωπήσει στο διάλογο με τους Παπικούς; Δεν είναι η Ιεραρχία που του έδωσε εντολή να διεξάγει το διάλογο μέσα στα κανονικά πλαίσια δηλαδή να μην κάνει συμπροσευχές με τους αιρετικούς Παπικούς; Δεν συμμετέσχε σε συμπροσευχές με τους Παπικούς στη συνάντηση στην Πάφο και στη Λευκωσία και μάλιστα κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας; Επομένως παρέβη κατάφωρα και ξεδιάντροπα τις εντολές της Ιεραρχίας.

ΤΟΝ ΚΑΛΕΣΕ ΚΑΝΕΙΣ ΣΕ ΑΠΟΛΟΓΙΑ;


Αφού, λοιπόν, αυτά είναι τα δεδομένα τον κάλεσε κανείς, ως όφειλε, σε απολογία; Εξ όσων γνωρίζω ούτε ο Αρχιεπίσκοπος, ούτε η ΔΙΣ, ούτε η Σύνοδος της Ιεραρχίας τον εγκάλεσαν για οτιδήποτε. Ούτε υπέπεσε στην αντίληψή μου έστω και ένας επίσκοπος που να διαμαρτυρήθηκε επειδή ο Σεβασμιότατος Μεσσηνίας έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του τις εντολές της Ιεραρχίας. Αρα έχει δίκαιο ο κ. Χρυσόστομος να παραπέμπει στη Σύνοδο όσους τον επικρίνουν.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ

Εχω γράψει κατ’ επανάληψη πρόσφατα ότι ήρθε ο καιρός ο αγώνας εναντίον του Οικουμενισμού να περάσει στη δεύτερη φάση. Οι πιστοί πρέπει να αρχίσουν να καταθέτουν στη Σύνοδο εμπεριστατωμένες καταγγελίες εναντίον των Οικουμενιστών και των νεωτεριστών. Η πρόκληση του Σεβασμιότατου Μεσσηνίας είναι σαφής και εύγλωττη. Ας την αδράξουμε αποφασιστικά."

-------------------------------------------

Σημείωση Διαχειριστού:

Διαφωνούμε ριζικά με τη προσέγγιση του κ. Τελεβάντου. Σεβόμενοι, όμως, απολύτως τις διαφορετικές απόψεις του και κυρίως το απόλυτο (και δη τη στιγμή που είναι επώνυμες αυτές του οι απόψεις) δικαίωμά του να τις εκφράζει ελεύθερα, τις δημοσιεύουμε. Δεν του κάνουμε χάρη. Είναι αυτονόητη υποχρέωσή μας. Για μας ο σεβασμός στην ετερότητα αποτελεί υπόθεση ελευθερίας.



Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Διορισμούς θεολόγων στα Δημοτικά ζητά ο Κοσμήτορας της Θεολογικής του ΑΠΘ

Χαιρετισμός στην Ημερίδα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, που είχε σαν θέμα "Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Εκπαίδευση"

Του κ. Ιωάννη Κογκούλη
Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Καθώς σήμερα μου δίδεται η ευκαιρία να χαιρετίσω ως Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης την Ημερίδα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών με θέμα: «Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Εκπαίδευση», τα όσα εν μέσω καλοκαιριού έλαβαν χώρα σχετικά με το μάθημα αυτό, μου δημιουργούν συναίσθημα χαρμολύπης. Αισθάνομαι χαρά, γιατί βρίσκομαι εν μέσω αγαπητών συναδέλφων και όχι μόνο αλλά, και λύπη γιατί τα εν λόγω γεγονότα, αποκάλυψαν την ύπαρξη μερίδας απογόνων των ηρωικών ραγιάδων που ως σύγχρονοι νεογενίτσαροι πολεμούν όχι απλά το πολύπαθο μάθημα των Θρησκευτικών, αλλά την ελληνορθόδοξα προσανατολισμένη Παιδεία μας.
Στόχος κάποιων φαίνεται ότι είναι η μετάλλαξη της ιδιοπροσωπίας ημών των σύγχρονων Ελλήνων, η οποία και καλλιεργείται ή πρέπει να καλλιεργείται στο χώρο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και όχι μόνο. Και επειδή κυκλοφορεί η άποψη πως το πρόβλημα που ατυχώς δημιουργήθηκε το καλοκαίρι με το μάθημα των Θρησκευτικών αντιμετωπίστηκε με την τελευταία εγκύκλιο του Υπουργείου, επισημαίνω ότι στην εν λόγω εγκύκλιο δεν αναφέρεται ρητά πως το συγκεκριμένο μάθημα είναι υποχρεωτικό για τους ορθόδοξους μαθητές. Αλλά το πιο σημαντικό είναι το εξής: αυτό που σήμερα παρατηρούμε είναι ότι τα ελληνόπουλα και όχι τα παιδιά των οικονομικών μεταναστών είναι εκείνα που ζητούν απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών. Για το μείζον αυτό πρόβλημα η ελληνική κοινωνία, παρά τη φαινομενική σιωπή της, έχει ευαισθητοποιηθεί και διακατέχεται από έντονη ανησυχία. Αυτό φαίνεται, εκτός των άλλων, και στις μετά το καλοκαίρι του 2008 δημοσκοπήσεις, όσο και αν αυτό κάποιοι επιχειρούν να το αποσιωπήσουν. Μάλιστα όσοι πιστεύουν πως το πρόβλημα αυτό με την πάροδο του χρόνου θα ξεχαστεί κάνουν σοβαρό λάθος.

Η τοποθέτηση κάποιων ότι η «άσκηση του δικαιώματος δεν πρέπει να συνοδεύεται από την υποχρέωση αποκάλυψης, έστω και αρνητικά (λ.χ. <δεν είμαι χριστιανός ορθόδοξος>, των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων των μαθητών και μαθητριών» δεν εξηγεί, γιατί, για παράδειγμα, στη Γερμανία δεν παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα, όταν ο Γερμανός γονιός δηλώνει πως το παιδί του θα παρακολουθήσει τον Ρωμαιοκαθολικό ή Προτεστάντη ή Ορθόδοξο θεολόγο. Κανείς δεν μας λέγει πώς συμβαίνει στον ελληνικό χώρο να επιτρέπεται με βάση την ποσόστωση σε Έλληνες μουσουλμάνους, με δήλωση του θρησκεύματός τους, να εισάγονται άνευ εξετάσεων στα Πανεπιστήμια; Επίσης, πώς επιτρέπεται σε Έλληνες μουσουλμάνους και πάλι με ποσόστωση, χωρίς ΑΣΕΠ, να διορίζονται ως δημόσιοι υπάλληλοι; Πού είναι εδώ τα «προσωπικά δεδομένα»;

Προσωπικά δε θα κουραστώ να επαναλαμβάνω ότι είναι άχρηστο το σχολείο που απλά καθιστά τους μαθητές «ρεζερβουάρ» πληροφοριών και δεν προσφέρει σ’ αυτούς Παιδεία με την τρισυπόστατη διάστασή της ως εκπαίδευση, μόρφωση και ηθική καλλιέργεια. Σημειώνω επίσης πως δεν υπάρχει ουδέτερη γνώση, ενώ παράλληλα η άχρωμη ηθική οδηγεί τον νέο σε καταστάσεις ανασφάλειας, απάθειας και απροσάρμοστης συμπεριφοράς. Οι υπηρετούντες στο συνδικαλισμό γνωρίζουν πως η «αποκαθήλωση» της Ορθόδοξα προσανατολισμένης Παιδείας στο ελληνικό σχολείο ξεκίνησε με τη μετάλλαξη άλλων μαθημάτων.

Δεν εμμένω τούτη τη στιγμή στο γεγονός ότι το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ένα μάθημα που, εκτός των άλλων, στοχεύει στην καλλιέργεια της ανεκτικότητας, στην προώθηση της αλληλογνωριμίας των πολιτισμών, στην υποβοήθηση της ανάπτυξης ολοκληρωμένης προσωπικότητας στους μαθητές. Ούτε εμμένω διεξοδικά σε αναλυτικά προγράμματα και διδακτικά βιβλία, όπως για παράδειγμα στα βιβλία «Η γλώσσα μου» στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπου, με κείμενα αναιμικά, αποτυπώνεται μια παγκοσμιοποιημένη καθημερινότητα, ή στα βιβλία Νεοελληνικής γλώσσας του Γυμνασίου, στα οποία, κατά τους επιστήμονες του Συλλόγου «Ο Μέγας Βασίλειος», υπάρχουν «προκλητικές λεπτομερείς περιγραφές σκηνών συναισθηματισμού, εκφράσεις χυδαίες και βλάσφημες, χωρίς σεβασμό σε πρόσωπα ιερά και αξίες σεβαστές αιώνων» (Φεβρουάριος 2007). Θα εμμείνω για λίγο μόνο στα βιβλία της Ιστορίας. Εδώ φαίνεται να μη «διασφαλίζεται πλήρως η επιστημονική βάση και η αντικειμενικότητα», όπως αυτό το ζητούν από τα βιβλία του πολύπαθου μαθήματος των Θρησκευτικών, και μάλιστα, προκειμένου, όπως λένε να μην «προκαλέσουν», την μεταλλάσσουν. Αρθρογραφώντας φαίνεται να αρνούνται την ελληνικότητα ημών των βλαχόφωνων Ελλήνων στους οποίους, μεταξύ των άλλων, ανήκουν οι σύζυγοι του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Παιδείας. Για να καταλάβει κανείς ότι στον τόπο μας η ιστορία παρουσιάζεται με παραμορφωτικούς φακούς σημειώνω κάτι που αποκρύπτεται επισταμένα ιδιαίτερα από τους βορειοελλαδίτες Έλληνες. Στις 14 Μαΐου του 1941 με την ανοχή των Γερμανών οι Βούλγαροι έκαναν την προσάρτηση της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης στο Βουλγαρικό κράτος. Μέχρι σήμερα η ενέργεια αυτή της παράνομης προσάρτησης δεν έχει αρθεί. Ούτε ποτέ οι Βούλγαροι ζήτησαν συγγνώμη γι’ αυτή τους την ενέργεια.

Η πληροφόρηση για τη δική μας παράδοση και ζωή και η προσφορά στα παιδιά σχετικών μ’ αυτήν εμπειριών είναι αναγκαία για ΟΛΟΥΣ τους μαθητές που ζουν στον ελλαδικό χώρο. Έτσι, για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη, παράλληλα με το Φίλιππο και τον Μέγα Αλέξανδρο, για τη σωστή κοινωνική ένταξη των μαθητών, είναι αναγκαίο να γνωρίσουν τον άγιο Δημήτριο, τους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο κ.λπ. Επίσης, παράλληλα με τη Βεργίνα, πρέπει να γνωρίσουν την Αχειροποίητο, την Παναγία Χαλκέων, την Αγία Σοφία.
Προσωπικά, πιστεύω επιπλέον πως για να διευρυνθεί η γνωστική ικανότητα των μαθητών της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, χάρη της ανάπτυξης της πνευματικής και κοινωνικής συνείδησής τους, το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να διδάσκεται σ’ όλες τις τάξεις του Δημοτικού σχολείου, όπως αυτό συμβαίνει σε χώρες του εξωτερικού, για παράδειγμα στη Γερμανία, και μάλιστα από εξειδικευμένους θεολόγους καθηγητές.

Ο όλος προβληματισμός που αναπτύσσεται από τους πολέμιους άμεσα του μαθήματος των Θρησκευτικών και έμμεσα της ελληνορθόδοξα προσανατολισμένης αγωγής καταλήγει στην πρόταση πως «επιβάλλεται άμεσα να προχωρήσει ο χωρισμός εκκλησίας και πολιτείας». Για όλους αυτούς σημειώνω πως, αφού τόσο πολύ θέλουν τον εν λόγω χωρισμό ας απαιτήσουν από τους τριακοσίους εθνοπατέρες και εθνομητέρες της βουλής να αποφασίσει για το θέμα αυτό Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΛΑΟΣ και να διενεργηθεί ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ. Ο κυρίαρχος ελληνικός λαός πρέπει γι’ αυτό και για άλλα πολλά με ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ να μπορεί να αποφασίζει και όχι κάποιοι άλλοι με «δημοκρατικά» τερτίπια να παίρνουν κρίσιμες αποφάσεις γι’ αυτόν, χωρίς αυτόν. Αν κάποτε οι εξωγενείς και ενδογενείς δυνάμεις καταφέρουν να πραγματοποιηθεί «ο χωρισμός εκκλησίας και πολιτείας», αυτό που θα πληγωθεί βαρύτατα και θα υποστεί ανεπανόρθωτη μετάλλαξη θα είναι το Γένος μας. Η Εκκλησία θα παραμείνει αλώβητη.

Και κάτι ακόμη. Ας συνειδητοποιήσουν, ιδιαίτερα οι νεογενίτσαροι, πως οι υπεύθυνοι της Πολιτείας και της Εκκλησίας υπηρετούν τον ίδιο λαό και μάλιστα με κίνητρο την πληθωρική αγάπη προς αυτόν. Ας βιώσουν πως αυτό που χρειάζεται ο λαός μας σήμερα είναι να βλέπει τους διακόνους τόσο της Πολιτείας όσο και της Εκκλησίας, όταν μπαίνουν στην πολιτική ή εκκλησιαστική αντίστοιχα διακονία πλούσιοι, με το τέλος της διακονίας τους να φεύγουν φτωχοί και να μη χρησιμοποιούν τα δύο είδη της διακονίας για ίδιο πλουτισμό. Παράλληλα, ας εντρυφήσουν στον ορισμό που ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για τη δικαιοσύνη, όταν γράφει: «Δικαιοσύνη δε μη πλέον ζητείν ἔχειν˙ της δ’ ισότητος έκβασις, τούτ’ αδικία».
Με τις σκέψεις αυτές εύχομαι ως Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκης κάθε επιτυχία στην παρούσα ημερίδα.

Πηγή: www.zoiforos.gr

To μάθημα των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση

Πορίσματα Ημερίδας της Θεολογικής Σχολής του Ε. Κ. Π. Α.

Το θέμα της Ημερίδας ήταν:

«Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Εκπαίδευση»

(Κεντρικό Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής 5-11-2008).

Σήμερα, Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2008, κατόπιν προσκλήσεως της κοσμητείας της Θεολογικής Σχολής του Ε. Κ. Π. Α., και με αφορμή τις πρόσφατες εγκυκλίους του Υ. Ε. Π. Θ για τον προαιρετικό ή μη χαρακτήρα του μαθήματος, διοργανώθηκε ημερίδα για το μάθημα των Θρησκευτικών στο Κεντρικό Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής, στην οποία κλήθηκαν να παραστούν όλοι όσοι σχετίζονται κατά τρόπο άμεσο ή και έμμεσο με τη διδασκαλία του μαθήματος στην Α/θμια και κυρίως Β/θμια εκπαίδευση. Μετά την ολοκλήρωση των τοποθετήσεων των εκλεκτών προσκεκλημένων και κυρίως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. κ. Ιερωνύμου, των εισηγήσεων των ορισμένων από τη Σχολή εισηγητών αλλά και της συζητήσεως που ακολούθησε, είναι δυνατόν να εξαχθούν τα εξής συμπεράσματα:

1) Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι το σημερινό σχολείο, έχοντας ως χώρο λειτουργίας του τις σύγχρονες ανοικτές και πλουραλιστικές κοινωνίες διατρέχει τον κίνδυνο να μετατραπεί σε εκπαιδευτήριο. Για την ουσιαστική αντίσταση σε αυτή τη μετατροπή αποτελεί όσο ποτέ άλλοτε ζωτικής φύσεως ανάγκη η αγωγή αξιών και η παιδεία ελευθερίας. Σ’ αυτό το σύγχρονο παιδαγωγικό τοπίο, όπου απειλείται άμεσα η ανθρωπιστική διάσταση του σχολείου, καλείται και το μάθημα των Θρησκευτικών να επιτελέσει το δύσκολο αλλά καθοριστικής σημασίας έργο του.

2) Οι δυνατότητες αυτές του μαθήματος των Θρησκευτικών να συμβάλει στη διάσωση της ανθρωπιστικής διαστάσεως του σύγχρονου σχολείου έχουν την αφετηρία τους στον χαρακτήρα και το ήθος που καλλιεργείται στην Ορθοδοξία. Πράγματι, η μελέτη της Ορθόδοξης παράδοσης αποκαλύπτει ένα αδαπάνητο θησαυρό, μία ανεξάντλητη πηγή κεντρικών αληθειών για τον άνθρωπο και την ελευθερία του. Μας ανοίγει τα μάτια να δούμε την ομορφιά και το βάθος των όντων και παράλληλα μας κινητοποιεί να αντιστεκόμαστε στην χρησιμοθηρία. Η Ορθοδοξία απηχεί αναζητήσεις μια μοναδικής ποιότητας ζωής και πνευματικότητας. Μπορούμε λοιπόν να υποστηρίξουμε ότι το μάθημα των θρησκευτικών συνενώνει την παράδοση, την πνευματικότητα και προκαλεί την κριτική σκέψη. Κατά αυτό τον τρόπο συμβάλλει στη διαμόρφωση του ήθους, αλλά και στην εξοικείωση του μαθητή με την ιδιοσυγκρασία της ελληνικής πραγματικότητας. Υπό την έννοια αυτή, ένα σωστά οργανωμένο μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία της Ελλάδας ίσως να μην ήταν ποτέ τόσο απαραίτητο όσο σήμερα και πάντως όχι λιγότερο χρήσιμο από ότι τα φιλολογικά μαθήματα ή τα Μαθηματικά.

3) Εξ άλλου, εν σχέσει προς τις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι, χωρίς αμφιβολία, το μάθημα των Θρησκευτικών άλλαξε πρόσωπο τις τελευταίας δεκαετίες. Δεν είναι ένα νεκρό, απολιθωμένο κομμάτι της σχολικής πραγματικότητας. Καθιστά δυνατή την πρόσβαση στο πανανθρώπινο φαινόμενο της θρησκείας και ευνοεί μια κριτική αξιολόγησή του. Μαθαίνει τα παιδιά να μην ταυτίζουν τη θρησκεία με συντηρητισμό. Τα βοηθά να αντιμετωπίζουν και να διακρίνουν τη γνήσια πίστη από τον θρησκευτικό φανατισμό. Προωθεί την ανάπτυξη του πνεύματος της διαπολιτισμικότητας.
Από την άλλη πλευρά, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επένδυσαν και εξακολουθούν να επενδύουν σε ένα καθοριστικό παράγοντα ανάπτυξης και προόδου. Ο παράγοντας αυτός είναι η γνώση, όπως αυτή διαμορφώνεται και υλοποιείται στη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας. Σκοπός αυτής της εναρμόνισης και προσαρμογής είναι να βοηθηθούν οι παιδαγωγούμενοι μέσω της σχολικής θρησκευτικής αγωγής να συνειδητοποιήσουν πρώτιστα ότι είναι άνθρωποι που οφείλουν ν’ αντιμετωπίζουν τη ζωή, τον εαυτό τους, το συνάνθρωπο και τη φύση με αγάπη, ανοχή, δέος, θαυμασμό και ευαισθησία. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται διά του σχολείου η απόκτηση εκ μέρους των παιδαγωγουμένων της απαραίτητης θρησκευτικής γνώσης και της ικανότητας για κρίση, σεβασμό, διακριτικότητα και ανοχή απέναντι στις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τη θρησκευτική συμπεριφορά των ανθρώπων.
Με αυτό τον τρόπο συσχετίζεται το διδασκόμενο θρησκευτικό υλικό με τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα που απασχολούν κάθε άνθρωπο, όπως η πνευματική αναζήτηση, ο ανθρώπινος πόνος, η φτώχεια, η κοινωνική αδικία, η εκμετάλλευση και ο βιασμός της φύσης και του περιβάλλοντος κ.ά., τα οποία εξετάζονται και υπό το φως της διδασκαλίας και παράδοσης των διαφόρων θρησκειών, τόσο από άποψη διαχρονική όσο και συγχρονική.

4) Επί τη βάσει των ανωτέρω γίνεται αντιληπτό ότι η θρησκευτική αγωγή μπορεί να λειτουργήσει ως εισαγωγή του μαθητή στην κατανόηση της ενότητας των λαών της Ευρώπης χωρίς σύνορα. Ο μαθητής οφείλει να έχει κατάλληλη ενημέρωση για το τι και πώς πιστεύουν οι συμπολίτες του στην «Ευρώπη χωρίς σύνορα», στην «Ευρώπη των πολιτών». Την ενημέρωση αυτή οφείλει να τη λάβει στο σχολείο και μάλιστα μέσω της θρησκευτικής αγωγής. Θα πρέπει να διδάσκονται στο σχολείο και οι άλλες θρησκευτικές παραδόσεις. Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι διδασκαλία των άλλων θρησκειών στη δημόσια εκπαίδευση δε σημαίνει υποτίμηση ή απόρριψη της παραδεδομένης θρησκευτικής πίστης και παράδοσης του τόπου μας. Η μελέτη των άλλων Θρησκειών, μαζί ασφαλώς με τη χριστιανική διδαχή, συντελεί στην ορθή εκτίμηση και αξιολόγηση από τους μαθητές της πολιτιστικής και πνευματικής κληρονομιάς του τόπου τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες πολίτες οι οποίοι θα είναι συνειδητοί γνώστες της πλούσιας Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης, θα μπορούν να την προβάλλουν οποτεδήποτε σε κάθε ενδιαφερόμενο, χωρίς φανατισμό, ηττοπάθεια ή μισαλλοδοξία.

5) Στο πλαίσιο μιας αυτοκριτικής επισημαίνεται το γεγονός ότι η σχολική θρησκευτική διδακτική πράξη και στην Ελλάδα κατά τον εικοστό αιώνα διακρίθηκε για τη συστηματική-ακαδημαϊκή δομή, την αφηρημένη σκέψη και τον έντονο ηθικό χαρακτήρα και προσανατολισμό της. Έτσι δε θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ότι συνδεόταν οργανικά με τη μυστηριακή ζωή και την πνευματικότητα του Ορθόδοξου χριστιανισμού.
Σήμερα, η σχολική θρησκευτική αγωγή εξακολουθεί να έχει τον ίδιο διπλό σκοπό α) να μεταδώσει τις βιβλικές, ιστορικές, δογματικές και ηθικές αλήθειες του Ορθόδοξου χριστιανισμού και β) να καταστήσει τους παιδαγωγουμένους ενεργά και δραστήρια μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο επιβάλλονται αλλαγές οι οποίες να συνδέονται με τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από την ανάπτυξη της πληροφορίας στην εποχή της τεχνολογίας και του κοινωνικού και πολιτισμικού δεδομένου των πολύ-πολιτισμικών κοινωνιών.
Υπό την έννοια αυτή πρέπει να θεραπευθεί η ασυγχώρητη άγνοια που εμφανίζεται να υπάρχει ως προς τα σύγχρονα πορίσματα της παιδαγωγικής ψυχολογίας και των συναφών επιστημών, γεγονός που δημιουργεί παράπονα σχετικά με τις μεθόδους διδασκαλίας αλλά και το περιεχόμενο των σχολικών εγχειριδίων της θρησκευτικής αγωγής.
Εξάλλου θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη οι ευκαιρίες που ανοίγονται από τις σύγχρονες τεχνολογίες για τη σύγχρονη παιδευτική διαδικασία. Βάσει αυτών μπορούμε να αναπτύξουμε ανοικτούς ορίζοντες, θεολογική και παιδαγωγική φαντασία για να προσεγγίσουμε τον σύγχρονο μαθητή και τις ευαισθησίες του.

6) Επί της ουσίας, δεν αρκούν οι δεδομένες δυνατότητες και ο ευρύς ορίζοντας του μαθήματος από μόνοι τους. Η ελληνική σχολική θρησκευτική αγωγή οφείλει να επανεξετάσει τους σκοπούς της και εν μέρει το περιεχόμενό της. Δεν αρκεί η θρησκευτική αγωγή να σκοπεύει μόνο στη μετάδοση θρησκευτικής γνώσης, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τις ποικίλες διαστάσεις που συνθέτουν το θρησκευτικό φαινόμενο.
Το μάθημα των θρησκευτικών είναι μάθημα «πολιτισμού της ανθρωπότητας και ειρήνης». Τονίζει τη συμβολή των θρησκειών για τη θεμελίωση του «παγκόσμιου ήθους», το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Επομένως, με κατάλληλες προσαρμογές στα αιτήματα των καιρών, μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να αναπτύξουν αισθητήριο για τα ουσιώδη της ζωής, για την ομορφιά, το μυστήριο, για τη διάσταση του βάθους. Έχει τη δυναμική να προάγει την κριτική σκέψη. Μπορεί να καλλιεργήσει την αντίσταση, μαθαίνοντας τα παιδιά να μην υποκύπτουν στους αλλοτριωτικούς μηχανισμούς. Μπορεί να δώσει πειστικότερες απαντήσεις στα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα, καθιστώντας σαφή στους νέους τη σημασία του δικού τους προσωπικού αγώνα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Αλλά και στο κομμάτι του πολιτισμού μπορεί να προβάλλει το ρόλο της θρησκείας ευρύτερα για τη διαμόρφωση του πολιτισμού. Υπό την έννοια αυτή θα βοηθά το μαθητή να ανακαλύψει και να αγαπήσει την πολιτιστική του κληρονομιά.

7) Βεβαίως τα ανωτέρω επιβάλλουν τη διατήρηση του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μαθήματος. Αν και είναι γεγονός ότι δύσκολα μπορούμε να αγνοήσουμε τις αλλαγές στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία, με την προϊούσα πολυπολιτισμική σύνθεση, ωστόσο είναι παράλογο στη σύγχρονη κοινωνία οι μαθητές να μην παρακολουθούν υποχρεωτικά το μάθημα Θρησκευτικών με το εμφανές ανθρωπιστικό και μορφωτικό περιεχόμενο.
Προς την κατεύθυνση της απρόσκοπτης διατήρησης του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μαθήματος, έχουν κατά καιρούς συζητηθεί διάφορα μοντέλα θρησκευτικού μαθήματος. Κυρίως προβάλλονται τρία μοντέλα θρησκευτικού μαθήματος, τα οποία όμως πρέπει να συζητηθούν σε βάθος από τους αρμόδιους για το ζήτημα αυτό (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Θεολογικές σχολές) με τη διακριτική συμβολή της Εκκλησίας. Τα μοντέλα αυτά, με θετικά σημεία αλλά και αδυναμίες, είναι το ομολογιακό μάθημα, το θρησκειολογικό μάθημα και το πολιτιστικό μάθημα, υπό την έννοια ότι το μάθημα πρέπει να διευρύνεται και να εμπλουτίζεται συνεχώς, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα πολιτιστικά και κοινωνικά δεδομένα, εμπλουτιζόμενο με θρησκειολογική ύλη και φιλοσοφική θεώρηση και αναφορές στη συμβολή της Θρησκείας και ιδιαίτερα της Ορθοδοξίας στον πολιτισμό.
Γενικώς όμως, η σχολική θρησκευτική αγωγή θα πρέπει να διευρύνει τους σκοπούς της, έτσι ώστε η έως τώρα μεμονωμένα προσφερόμενη βιβλική, ιστορική, δογματική, λειτουργική και ηθική Ορθόδοξη χριστιανική γνώση να ενσωματωθεί σε νέες διδακτικές ενότητες. Οι ενότητες αυτές θα υπογραμμίζουν, ανάλογα με την ηλικία των παιδαγωγουμένων προς τους οποίους απευθύνονται, το δογματικό, αφηγηματικό εμπειρικό, ηθικό, τελετουργικό, αισθητικό και κοινωνικό περιεχόμενο του Ορθόδοξου χριστιανισμού.

8) Ένα χρόνιο πρόβλημα που συνδέεται με την ελλιπή ή και απαξιωτική θέση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Α/θμια εκπαίδευση, προκαλείται από την απουσία της διδασκαλίας του στα Παιδαγωγικά Τμήματα Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π. Τ. Δ. Ε.). Πρέπει λοιπόν οπωσδήποτε να ληφθεί μέριμνα διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στα Π. Τ. Δ. Ε., διότι χιλιάδες νέων δασκάλων αποφοίτων οι οποίοι αναλαμβάνουν τη σχολική θρησκευτική αγωγή των νέων μαθητών, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έχουν καν ασχοληθεί με τον θεολογικό γνωστικό χώρο και τη Διδακτική των Θρησκευτικών.

9) Ως πρόταση σε αυτή την παρατεινόμενη αδιαφορία θα μπορούσε να προβληθεί η λύση του διορισμού θεολόγων ως δασκάλων ειδικότητας. Η Ελληνική κοινωνία έχει στενούς και άρρηκτους δεσμούς με τη Θεολογία, αλλά και την Ορθόδοξη πνευματικότητα. Οι Θεολογικές Σχολές της χώρας εγγυώνται την επιστημονική κατάρτιση των φοιτούντων σε αυτές και την επιστημονικώς κατοχυρωμένη προσφορά γνώσεων. Δεν μπορούμε λοιπόν, να αποκλείσουμε τους χιλιάδες αποφοίτους αυτών των Σχολών από την εκπαιδευτική διαδικασία.

10) Σε κάθε περίπτωση, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων χρειάζεται να λειτουργήσει ως αρωγός στην αγωνία που εκφράζει η θεολογική οικογένεια και όχι να λαμβάνει αποφάσεις ερήμην της. Υπό την έννοια αυτή οφείλει να εκδώσει τέταρτη διευκρινιστική εγκύκλιο, όπου θα διασαφηνίζονται όλες οι ασάφειες που δημιουργήθηκαν από τις τρεις προηγούμενες εγκυκλίους με τη ρητή και σαφή επισήμανση περί του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μαθήματος.

Πηγή: www.zoiforos.gr

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Νεοφονταμεταλιστές εν δράσει


Του Κώστα Νούση,

φιλολόγου - θεολόγου
ΑΠΘ


O φονταμενταλισμός και ο ζηλωτισμός ως γεγονός ψυχολογικής αντίδρασης ανασφαλών και προβληματικών προσωπικοτήτων αλλά και ομαδικής ψυχολογικής υστερίας θρησκευτικών ομάδων δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο φυσικά. Απαντάται ιστορικώς συχνότατα αλλά και εμπειρικώς τον βιώνουν οι κοινωνίες σήμερα σε έντονο βαθμό επί καθημερινής βάσεως. Το πρόβλημα παρουσιάζεται κυρίως σε θρησκείες βίας, όπως το ισλάμ, αλλά εμείς θα θίξουμε ακροθιγώς το θέμα με τη μορφή που έχει στη δική μας “χριστιανική” χώρα.
Μας ενδιαφέρει επομένως εδώ η εκδήλωση των νοσηρών αυτών φαινομένων στα πλαίσια της ορθόδοξης εν Ελλάδι εκκλησίας στην τρέχουσα χιλιετία και με την ιδιάζουσα μορφή που λαμβάνει στις μέρες μας. Το περίεργο και οξύμωρο για τη χριστιανική μας εκκλησία είναι ότι αυτή αποτελεί ένα σώμα κατεξοχήν αγαπητικό και μαρτυρικό, παντελώς άσχετο με την πολεμική και βίαιη φύση των ζηλωτικών κινημάτων και τρόπων ζωής και αντίδρασης.

Το κακόηθες αυτό εκκλησιαστικό γεγονός αρχικά και βασικά εντοπίζεται στους γνωστούς ως παλαιοημερολογίτες ή Γ.Ο.Χ. οι οποίοι περιορίζουν το χριστιανικό μήνυμα και την κρίση του Θεού σε 13 μέρες και σε αληθή ή και φανταστικά ατοπήματα εκκλησιαστικών ηγετών. Αυτοί όμως αποτελούν μια ξεκάθαρη και περιχαρακωμένη ομάδα που εύκολα αυτοεξαιρείται και απομονώνεται από το αναστάσιμο σώμα του Χριστού και παραμένει στη μιζέρια της πνευματικής πτωχείας όλων των παρόμοιων θρησκευτικών σεκτών. Άλλοι τοιαύτης νοοτροπίας - αλλά με τη βούλα των «εντός της εκκλησίας» - είναι τα μέλη των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων. Το φαινόμενο όμως αναγεννάται με νέες επικίνδυνες μορφές, κυρίως λόγω της ασάφειάς τους και της κεκαλυμμένης ταυτότητάς τους. Είναι οι νεοφονταμενταλιστές υπερορθόδοξοι ιεράρχες, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί που εντοπίζουν συνεχώς εκπτώσεις του δόγματος σε όλες σχεδόν τις ενέργειες του Οικουμενικού Πατριάρχη και προορώσι εν οράματι την ήδη συντελεσθείσαν μετά των ρωμαιοκαθολικών ένωσιν!

Οι θεωρίες συνωμοσίας και οι εχθροί ελλοχεύουν παντού, με αποτέλεσμα η καχυποψία να μην τους αφήνει να ειρηνεύσουν ούτε στιγμή και να τους ξεσηκώνει σε ιερούς πολέμους για τα ιερά και όσια της πίστης και του γένους. Ανάμεσά τους συναντάς μεγάλη γκάμα ηλικιών και νοοτροπιών, κυρίως ιερείς που αποτελούν τους γεροντάδες καθοδηγητές του ευσεβούς λαού ωσάν έτεροι θεόδωροι στουδίτες και μάρκοι ευγενικοί. Όμως δεν είναι μόνο αυτοί οι τρόπον τινα φύλαρχοι και οι εξόφθαλμα γραφικοί τους ακόλουθοι. Είναι και άνθρωποι που δεν κινούν με τίποτε την υποψία του ζηλωτή αλλά συνήθως έχουν και σπουδαστικές περγαμηνές που τους παρέχουν το άλλοθι του σύγχρονου καλλιεργημένου φιλελεύθερου πνεύματος.

Πολλά είναι τα κοινά χαρακτηριστικά τους σημεία, όπως η σκληροκαρδία, η δογματική κοσμοθεωρία και η πάσης φύσεως ιδεολογική και ψυχολογική ακαμψία με πλήθος εσωτερικών αγκυλώσεων και άκομψων συμπεριφορών. Φυσικά δεν πρέπει να παραλειφθεί ένα έντονο προσδιοριστικό τους, που είναι η εσχατολογία με ένα τεράστιο εύρος - από τον επικείμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο, την έλευση πείνας έως και τον ερχομό του αντιχρίστου. Η αιχμή του δόρατός τους τον τελευταίο καιρό είναι η συλλογή υπογραφών κατά των «οικουμενιστών» και των διαλόγων με τους ετεροδόξους, λες και οι καημένοι οι αλλόθρησκοι και αιρετικοί φταίνε στην πλειοψηφία για τη θρησκευτική τους επιλογή και λες και είναι τίποτε απόπαιδα του Θεού που δε δικαιούνται να ακούσουν ορθόδοξο λόγο.

Θαυμάζω τελευταία και μια ιερή αγανάκτηση των νεοζηλωτών κατά του νέου προγράμματος του Ρ/Σ της εκκλησίας, διότι τάχα μου είναι εκκοσμικευμένο. Εννοείται φυσικά πως όλοι αυτοί και αυτές οι κυρίες ζουν τόσο πνευματικά το υπόλοιπο εικοσιτετράωρο που ενοχλούνται από την παραφωνία του σταθμού της εκκλησίας… Έχουν λύσει τα πνευματικά τους ζητήματα, βρήκαν το Θεό και την αγιότητα και τώρα διορθώνουν και τον αρχιεπίσκοπο. Βασιλικότεροι του βασιλέως!

Η ένταση της υποκρισίας αυτής μου θυμίζει τα λόγια ενός μακαριστού γέροντα που καυτηρίαζε ένα συμπατριώτη του αρχιμανδρίτη, ο οποίος ήταν φοβερά σχολαστικός με το λειτουργικό τυπικό, άριστος γνώστης του, φοβερός εκκλησιαστικός ρήτωρ, δεινός ψάλτης αλλά και ομοφυλόφιλος! Φοβάμαι ότι αν ερχόταν ο Χριστός σήμερα, οι πιστοί αυτοί θα τον είχαν χαρακτηρίσει ως οικουμενιστή και πολλά άλλα συναφή, όπως τω καιρώ εκείνω τον κατηγόρησαν που συνέτρωγε με τελώνες και πόρνες.

Κοινός παρονομαστής όλων των προαναφερθέντων ζηλωτικών στάσεων ζωής, ενεργειών και ιδεολογικής τοποθέτησης είναι η στένωση του ευαγγελικού μηνύματος, η διαστροφή του λόγου του Θεού και της ίδιας της θεότητας και η δυσφήμηση του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η διαστρέβλωση της εκκλησιαστικής ζωής με τη μετάλλαξη του χριστιανικού βίου σε ιδεολογία έχει ως υπόβαθρο την απουσία της θείας χάριτος και την έλλειψη πολλές φορές και της στοιχειώδους φυσικής αγάπης. Τα άτομα αυτά αγελοποιούνται και συναγελάζονται σε χώρους άγνωστους, ιδιωτικούς και αυθαίρετους, ιδιοκατασκευές μακράν του αληθούς εκκλησιαστικού οικοδομήματος πολλάκις. Θέλω εδώ να θυμίσω αφενός την πληροφορία που έλαβε εν προσευχή ο γερο Ιωσήφ ο ησυχαστής ότι η Εκκλησία είναι στην Κων/πολη, όταν ήταν με το μέρος των ζηλωτών, και αφετέρου μια ιστοριούλα με το γερο Πορφύριο που κάποτε τον επισκέφθηκαν γυναίκες με παντελόνι. Αυτός δεν τους έκανε καν υπόδειξη, ενώ κάποια πνευματικά του παιδιά εκείνη την ώρα εξανέστησαν βλέποντάς τες. Και ο γέροντας μετά είπε στους «ζηλωτές» εκείνους ότι «εγώ δεν είμαι τόσο αυστηρός όσο εσείς»! Πού φτάσαμε δηλαδή, να διορθώνουμε τους αγίους και την εκκλησία…

Βέβαια είναι φυσική συνέπεια του πνευματικού μας ελλείμματος να ασχολούμαστε με τους άλλους και τα κακώς κείμενα, ώστε να δικαιολογούμαστε μέσα μας για την πενία μας και να αυταπατώμεθα ότι έχουμε πνευματική ζωή, καταπνίγοντας τον έλεγχο της συνείδησης με σταυροφορίες ενάντια σε παπικούς και δικούς μας εκκλησιαστικούς «προδότες». Σε τελική ανάλυση είναι ένας τρόπος αυτοπροσδιορισμού και απόκτησης πνευματικής ταυτότητας μετά τη διάψευση των προσδοκιών που επέρχεται από μια κίβδηλη πνευματική ζωή. Είναι αδυσώπητος ο πνευματικός νόμος.

Ο Χριστός ήρθε στη γη να θεώσει τον άνθρωπο. Η συνειδητοποίηση του ύψιστου αυτού προορισμού δεν αφήνει το χρόνο της ζωής να καταναλωθεί σε πολυτέλειες ζηλωτικών εκτρόπων, αλλά σε υπερένταση μετανοίας για την προσωπική και του παγγενούς Αδάμ σωτηρία. Όταν οι μαθητές του Ιησού ζήτησαν την άδειά του να κατακαύσουν κάποιους αμαρτωλούς, ο πράος και ταπεινός Κύριος τους επανέφερε με τη φράση «ουκ οίδατε ποίου πνεύματός εστέ» (Λουκ. θ΄ 55). Είναι εύκολο να μάχεσαι αλλά αιματηρό να αγαπάς. Οι μαθητές όμως του Χριστού είναι και πρέπει σύμφωνα με το ευαγγέλιο να είναι άμαχοι (Τιτ. γ΄ 2). Ο αγώνας μας πρέπει να στρέφεται κατά των παθών και του διαβόλου και όχι κατά του αδερφού μας. Αυτός είναι ο ορισμός του αληθινού χριστιανού ζηλωτή, που καίγεται η καρδιά του ακόμη και για την άλογη κτίση, κατά την παράδοση των ασκητών της ερήμου, με αληθή ζήλο να εκκλησιασθεί όλη η δημιουργία και να μη χαθεί τίποτε, να σκορπισθεί παντού το φως της τριαδικής θεότητας. Ιδού ο ορθόδοξος ζήλος: ίνα τα πάντα εν ώσιν εις δόξαν Θεού. Αναρωτιέσαι ενίοτε αν πολλοί «ευσεβείς» χριστιανοί γύρω μας οσφράνθηκαν ποτέ έστω για μία και μόνο στιγμή στη ζωή τους τι είναι ο γνήσιος χριστιανισμός.

Ζήλος ου κατ’ επίγνωσιν. Ζηλούτε τα χαρίσματα τα πνευματικά. Ζηλούτε την αγάπη του Θεού και την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος. Ζηλούτε και την κόλαση, αρκεί να μπει στον παράδεισο ο πλησίον, είτε είναι πλανεμένος είτε αλλόθρησκος είτε εγκληματίας είτε οτιδήποτε φανταστεί κανείς… Η ζωή φεύγει και η Κρίση έρχεται. Μήπως είναι καιρός μετανοίας, περισυλλογής και προσευχής σε αντικατάσταση του ταραχώδους βίου και του ζηλωτικού ακτιβισμού; Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω…

Λάρισα 4-12-2009

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Ο θόρυβος για τα θρησκευτικά σύμβολα - Η νέα Βαβέλ ασυνεννοησίας...

Παιδαγωγία σιωπηλής ποίησης *

Ο παρακάτω προβληματισμός γεννήθηκε στον απόηχο του επίκαιρου θορύβου για τη θέση των θρησκευτικών συμβόλων στους δημόσιους χώρους, και ειδικότερα στην εκπαίδευση. Αφορμή, η γνωστή και ενδιαφέρουσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Για μια ακόμη φορά, η πρόσληψη της είδησης από την εγχώρια κοινή γνώμη ανέδειξε νέα Βαβέλ ασυνεννοησίας. Ανάγκη, λοιπόν, για βασικές υπενθυμίσεις και οριοθέτηση των αυτονόητων.

Καταρχάς, στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης έχουν θέση τα σύμβολα και οι εκδηλώσεις θρησκευτικότητας; Αναντίρρητα, ναι. Διδάσκοντες και διδασκόμενοι στα σχολεία δεν είναι άμοιροι πολιτιστικής ταυτότητας, προσωπικών πεποιθήσεων και θρησκευτικών στάσεων. Έχουν δικαίωμα να εκφράζονται ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς. Ταυτόχρονα, δικαιούνται να απολαμβάνουν τη συνταγματική πρόνοια για ανάπτυξη «εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», στο πλαίσιο της εκπαίδευσης. Έτσι δικαιολογούνται ο Αγιασμός στην έναρξη της σχολικής χρονιάς, η πρωινή προσευχή, η αργία της Κυριακής, η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, οι διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα.

Από την άλλη πλευρά, η ελευθερία της συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η παραδοχή είναι θεμελιώδης και στην ορθόδοξη θεολογική θεώρηση, η οποία ακυρώνεται όταν καταστρατηγείται η ανθρώπινη ελευθερία. Γι’ αυτό, πολύ σωστά, ξαναγράφω με βάση το υφιστάμενο καθεστώς, για όσους επιθυμούν, προβλέπεται διαδικασία αποχής ή απαλλαγής από τα παραπάνω. Οι εικόνες μέσα στη σχολική τάξη είναι δηλωτικές της θρησκευτικής ταυτότητας της τάξης; Εδώ, η απάντηση είναι διαφορετική.

Στις σχολικές αίθουσες εκτίθεται υλικό που υπηρετεί τους γενικούς σκοπούς της εκπαίδευσης και σχετίζεται με το περιεχόμενο των σπουδών. Στους σχολικούς τοίχους έχει θέση οτιδήποτε, φθάνει να έχει διδακτικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς. Όλα τα μαθήματα υπηρετούν τη γενική παιδαγωγική αποστολή του σχολείου. Είναι απολύτως φυσιολογικό ο φιλόλογος να αναρτήσει ένα ιστορικό ντοκουμέντο, ο χημικός ένα πίνακα με χημικά στοιχεία, οι μαθητές ένα φιλοσοφημένο νεανικό πόστερ ή το αναγνωρισμένο αποτέλεσμα μιας μαθητικής εργασίας. Παρομοίως, η έκθεση εικόνων από την παράδοση του χριστιανισμού είναι αυτονόητη και αποδεκτή διδακτική δράση. Αυτές οι εικόνες δεν είναι σύμβολα της θρησκευτικής ταυτότητας ή ιδεολογίας της σχολικής κοινότητας ή της τάξης αλλά δείγματα τέχνης, ιστορίας και πολιτισμού της τοπικής -ενίοτε με οικουμενικές προεκτάσεις- θρησκευτικής παράδοσης. Η ύπαρξη των εικόνων στην εκπαιδευτική διαδικασία δεν αφορούν μόνο στο μάθημα των θρησκευτικών αλλά και στα μαθήματα της ιστορίας, της τέχνης, της γεωγραφίας κτλ.
Η απολυτοποίηση της λογικής για αφαίρεση των πάσης φύσεως θρησκευτικών αναφορών από τα βιβλία και τις αίθουσες, μοιραία, θα οδηγήσει στην απόρριψη της παιδαγωγικής αξίας του μεγαλύτερου μέρους της αρχαίας γλυπτικής, της ζωγραφικής του μεσαίωνα και των νεότερων χρόνων. Μπορούμε να αρνηθούμε την τοποθέτηση μιας φωτογραφίας του Παρθενώνα στην τάξη, επειδή οι μαθητές μας είναι χριστιανοί και όχι δωδεκαθεϊστές; Υπάρχει λόγος για κατάργηση των θρησκευτικών εικόνων του Μιχαήλ Άγγελου ή του Θεοτοκόπουλου επειδή οι μαθητές μας είναι ορθόδοξοι και όχι ρωμαιοκαθολικοί; Μήπως πρέπει να αφαιρεθούν από τα διδακτικά βιβλία φωτογραφίες πολιτικών προσώπων του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος για το φόβο του ιδεολογικού-κομματικού προσηλυτισμού; Είναι αστείο. Υποτίθεται ότι το σχολείο είναι χώρος έρευνας, παιδείας, διαλόγου και πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτό το πνεύμα, είναι συνηθισμένο και δεν παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία όταν σε μια αίθουσα αναρτηθεί η εικόνα ενός αρχαίου θεού ή ναού. Χωρίς κανένα πρόβλημα, σε διάφορα σχολικά βιβλία παρατίθενται εικόνες θεών, ημιθέων, φαραώ, ρωμαίων αυτοκρατόρων, του Βούδα, του Λουθήρου, παπών και άλλων ιερών προσώπων και συμβόλων διαφόρων θρησκειών.

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, σωστή ή λανθασμένη, αναφέρεται στην τοποθέτηση του χριστιανικού Σταυρού στις σχολικές αίθουσες και όχι γενικά στις εικόνες. Με δεδομένο ότι η εικονογραφία της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας ουσιαστικά δεν διαφοροποιείται από τη θρησκευτική ζωγραφική, η τυχόν γενική απαγόρευση των εικόνων ουσιαστικά θα ενοχοποιούσε την τέχνη της ζωγραφικής.
Στην τέχνη δεν χωρεί λογοκρισία, ούτε αρμόζει απαγόρευση σε οποιοδήποτε είδος της. Η τέχνη δεν προσβάλλει και δεν μειώνει κανέναν. Όπως η αγάπη η οποία «ουδέποτε εκπίπτει». Όπως η ποίηση που δεν καταργείται όταν είναι ακατανόητη ή αιρετική. Η ορθόδοξη εικονογραφία είναι μια σιωπηλή ποίηση με υψηλές παιδαγωγικές προδιαγραφές. Σε σχέση με τα συμβατικά διδακτικά μέσα, ο θεολόγος του χριστιανισμού Γρηγόριος Νύσσης θα έλεγε ότι «ζωγραφία σιωπώσα εν τοίχω λαλεί πλείονα και ωφελιμότερα». Ο Ιωάννης Δαμασκηνός έγραψε ότι «οι εικόνες είναι τα βιβλία των αγραμμάτων». Η μελέτη τους είναι ζήτημα παιδείας, πνευματικής καλλιέργειας και μόρφωσης. Η κατάργηση των εικόνων δεν διαφέρει από την κατάργηση, ή εάν θέλετε το κάψιμο, των βιβλίων.

Το τι θα κρεμαστεί στους τοίχους μιας σχολικής αίθουσας, ασφαλώς, είναι ζήτημα της σχολικής κοινότητας, των εκάστοτε διδασκόντων και διδασκόμενων. Δεν μπορεί να επιβληθεί ομοιομορφία, με διοικητικές ή δικαστικές αποφάσεις. Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες αίθουσες, ενδέχεται να μην υπάρχουν εικόνες ή ακόμη να αναρτηθεί ένα θέμα από ξένη θρησκευτική παράδοση, εάν αυτό εκφράζει τη συγκεκριμένη σχολική τάξη.

Πριν από χρόνια, σε εποχή που ήμασταν ανυποψίαστοι για τα σημερινά προβλήματα, σε κάποιο σχολείο στο οποίο υπηρετούσα έγιναν εργασίες συντήρησης. Οι εικόνες που υπήρχαν εξαφανίστηκαν. Προβληματίστηκα για τη συνέχεια. Αποφάσισα να προτείνω στους μαθητές κάθε τμήματος να διαβουλευτούν στο πενταμελές συμβούλιο ή σε συνέλευση εάν θέλουν εικόνα, τι εικόνα θέλουν κτλ. Δούλεψα το θέμα στην τάξη από παιδαγωγική σκοπιά και παράλληλα προσφέρθηκα να βοηθήσω στα πρακτικά. Φυσικά, δήλωσα και ήμουνα έτοιμος να αποδεχτώ ακόμη και την αρνητική ή την αδιάφορη απάντηση. Εξεπλάγην όταν σε όλες τις τάξεις τοποθετήθηκαν εικόνες και μάλιστα υψηλής καλλιτεχνικής και θεολογικής αξίας. Όταν το θέμα σχολιάστηκε στο σύλλογο διδασκόντων, ενημέρωσα ότι πρόκειται για πρωτοβουλία των μαθητών και το ζήτημα έκλεισε.

Σε διάφορες ανακοινώσεις και σχόλια από εκκλησιαστικούς και θεολογικούς παράγοντες τονίστηκε η «θεολογική» σημασία των εικόνων, μέσα από μια ηθικοπατριωτική και επιφανειακή συναισθηματική προσέγγιση. Προφανώς, τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται. Οι εικόνες στις σχολικές τάξεις δεν είναι λάβαρα θρησκευτικής ταυτότητας. Ούτε λατρευτικά αντικείμενα. Αν και προβλέπεται η προσευχή στο σχολείο, οι εικόνες δεν χρησιμοποιούνται για λατρευτικούς σκοπούς. Καθηγητές και μαθητές δεν συνηθίζουν να τις προσκυνούν. Η τάξη δεν είναι ναός. Οι σχολικές εικόνες έχουν κυρίως παιδαγωγική, αλλά και διακοσμητική αποστολή. Όλοι γνωρίζουμε ότι στο ναό η αποστολή τους είναι τελείως διαφορετική. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Το σπουδαιότερο είναι ότι οι εικόνες δεν θεωρούνται ιδεολογικά σύμβολα της χριστιανικής κοινότητας ούτε στην ορθόδοξη θεολογία. Έχουν ιστορικό, παιδαγωγικό, ερμηνευτικό και παραπεμπτικό χαρακτήρα. Οι ορθόδοξες εικόνες είναι ανοικτές προτάσεις νοήματος. Αγκαλιάζουν ρεαλιστικά το παρελθόν και ταυτόχρονα είναι προσανατολισμένες προς το μέλλον. Αναδεικνύουν και διασώζουν την αξία του ανθρώπινου προσώπου και την ελευθερία του. Παραπέμπουν σιωπηλά σε μια βιωτή άλλης τάξεως, μαρτυρώντας τη δυνατότητα μετοχής σε αυτήν μέσα από αγώνα για προκοπή και φωτισμό.

Ο Πλάτων έγραψε ότι η παιδεία είναι μια πορεία προς το φως. Εάν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε τι είναι το φως, δεν έχει νόημα να ξορκίζουμε το σκοτάδι σβήνοντας τα λιγοστά φώτα που υπάρχουν.


* Γεώργιος Στριλιγκάς

Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης

http://theologoi-kritis.sch.gr/docs/arthrografia/eikones.doc

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Δήλωση του Προέδρου της ΠΕΘ ν. Ηλείας Γ. Κομιώτη για το θέμα της ύπαρξης του σταυρού στα σχολεία

Δήλωση του αγαπητού και εκλεκτού συναδέλφου Γεωργίου Κομιώτη, Προέδρου Δ.Ε Παραρτήματος Ν. Ηλείας της Π.Ε.Θ σε ερώτηση δημοσιογράφου για το θέμα της καταδίκης της Ιταλίας από το Ευρωπαϊκό δικαστήριο εξ αιτίας της ύπαρξης του σταυρού στα σχολεία:

"Αν αυτό το θεωρούμε, κ. Χατζησπύρου, μια θετική εξέλιξη ή μια αδιάφορη εξέλιξη, τότε γιατί να μας ενοχλήσει που κατέβηκε ο σταυρός απ' τα σχολεία της Ιταλίας; Αν όμως αυτό το θεωρούμε ως Έλληνες και ως Ορθόδοξοι ως προσπάθεια αλλοίωσης της θρησκευτικής και εθνικής μας συνείδησης, τότε σαφώς και έχουμε κάθε λόγο να μην μας αφήνει αδιάφορους μια τέτοια απόφαση. Δείτε την κατάντια του μετανεωτερικού ανθρώπου που δεν καταφέρνει να αναδείξει το άτομο και τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως θα ήθελε, αλλά τελικά εναντιώνεται στην ελευθερία του ατόμου και καταρρακώνει το ανθρώπινο πρόσωπο.

Αναμφίβολα οι κοινωνίες της Ευρώπης έχουμε γίνει λίγο ως πολύ, πολυπολιτισμικές, αλλά όλα αυτά ξεκάθαρα είναι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις. Οι νέοι μετανάστες πάσης κατηγορίας που έρχονται στη Χώρα μας πρέπει να σεβαστούν την παράδοσή μας, όπως άλλωστε οφείλουμε και μεις να κάνουμε το ίδιο. Αυτό που με προβληματίζει - και αυτά που λέγω είναι προσωπικές μου απόψεις-, είναι ότι η αθεΐα προωθείται έως και επιβάλλεται, με πρόσχημα το σεβασμό της θρησκείας του άλλου! Ίσως να μπορούσα να δεχτώ όλα αυτά τα μέτρα απόσυρσης των συμβόλων όλων των θρησκειών από σχολεία, δικαστήρια κλπ. Αν βέβαια τηρούνταν για όλες τις θρησκείες και ιδεολογίες. Αλλά το θέμα είναι ότι ο λόγος που γίνονται όλα αυτά, δεν είναι η μη προσβολή της μιας θρησκείας από το σύμβολο μιας άλλης. Ο λόγος είναι η προσπάθεια για απόλυτη αποθρησκευτικοποίηση των ανθρώπων και η μετατροπή όλων, σε πειθήνιους υπηκόους-υποχείρια. Στα πλαίσια ενός γενικότερου παγκόσμιου σχεδίου, για απαξίωση κάθε ιδανικού, για κατασκευή ανθρώπων-ρομπότ, που το μόνο που θα τους ενδιαφέρει θα είναι το προσωπικό τους συμφέρον και η βόλεψή τους.

Μέχρι σήμερα η Ε.Ε ήταν κυρίως μια οικονομική ένωση κρατών που υπόσχονταν να σέβεται τις πολιτισμικές, θρησκευτικές και άλλες ιδιαιτερότητες κάθε χώρας μέλους. Με αποφάσεις λοιπόν τέτοιου είδους, που εμμέσως πλην σαφώς αποτελούν παρέμβαση και προσπάθεια αλλοίωσης της θρησκευτικής συνείδησης των πολιτών μιας χώρας μέλους, η Ε.Ε προσπαθεί να ομογενοποιήσει και να ισοπεδώσει τα πάντα και να δημιουργήσει πολίτες ευρωπαίους και όχι έλληνες, ιταλούς, άγγλους, γάλλους κλπ - στα πρότυπα των ΗΠΑ -, με σκοπό τον ευκολότερο έλεγχο και χειραγώγηση της νέας αυτής κατηγορίας πολιτών. Ο σεβασμός της θρησκευτικής ιδιαιτερότητας των μειονοτήτων δεν σημαίνει και αφανισμό της θρησκευτικής συνείδησης των πλειονοτήτων! Να σεβαστούμε τους άθεους ή αλλόδοξους και την πίστη τους αλλά όχι και να ξεχάσουμε την δική μας!

Βέβαια στη Χώρα μας δεν έχει υπάρξει ακόμη τέτοιο θέμα, εμείς έχουμε εικόνα του Χριστού στα σχολεία και σε δημόσιες υπηρεσίες. Οι εικόνες εξυπηρετούν ένα σκοπό. Εμπνέουν, δημιουργώντας τουλάχιστον πρότυπα καλού κ'αγαθού ανθρώπου, ως και τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Και μας λείπουν τέτοια πρότυπα από τις κοινωνίες σήμερα!! Οι μαθητές μας δεν ενοχλούνται από το Χριστό. Αντιθέτως τη σημαία μας (που φέρει και το σταυρό), τη σηκώνουν με καμάρι και αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι αριστούχοι, χωρίς κανένα πρόβλημα. Τώρα εάν προκύψει ζήτημα και στην Ελλάδα, αφού βέβαια η απόφαση του Δικαστηρίου τελεσιδικήσει, νομίζω ότι οι πολιτικοί μας θα πρέπει να συμπεριφερθούν όπως και στην Ιταλία: Η απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου έχει προκαλέσει ένα μικρό θαύμα (στην Ιταλία): έχει δημιουργήσει ένα είδος εθνικής ενότητας για την υπεράσπιση του συμβόλου του χριστιανισμού», γράφει ο αρθρογράφος της Corriere della Serra, Μάσιμο Φράνκο.

Επίσης χρειάζεται από τη Πολιτεία έμφαση στην άρτια, πραγματική και Χριστιανική παιδεία των παιδιών μας. Χρειάζεται σήμερα επειγόντως ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ".

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Εφηβοι - εφηβική κρίση και Θρησκευτικό μάθημα

Μια πολύ πετυχημένη και ωφέλιμη Ημερίδα

της δραστήριας Ένωσης

Θεολόγων Νομού Λέσβου

«Απαραίτητη προϋπόθεση για την επικοινωνία μας με τους εφήβους σήμερα είναι η κατανόηση της ηλικίας τους, με τις όποιες προκλήσεις της. Το πάθος και ο ενθουσιασμός των εφήβων πιθανώς να διοχετεύονται από τους ίδιους σε τρόπους ζωής δυσνόητους για μας τους μεγαλύτερους και ως εκ τούτου κατακριτέους από μας. Η αποθέωση μουσικών συγκροτημάτων για το σημερινό έφηβο σημαίνει αξία ζωής και βιώνεται ως θρησκευτική εμπειρία.

Όμως, πρέπει να σεβαστούμε τον έφηβο για τις επιλογές του. Εμείς ως γονείς και ως Θεολόγοι πρέπει να τους δείξουμε τις διαχρονικές αξίες της ζωής, χωρίς να τους κριτικάρουμε και να τους υποτιμούμε». Αυτά τόνισε μεταξύ των άλλων στην ημερίδα που διοργάνωσε το Παράρτημα της ΠΕΘ του Νομού Λέσβου το Σάββατο 31 Οκτωβρίου στην αίθουσα διδασκαλιών του ΠΕΚ Μυτιλήνης ο κ. Κορναράκης, επίκουρος καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αν ο έφηβος δεν περάσει μέσα απ αυτά τα στάδια της επαναστατικότητάς του, δεν μπορεί να γνωρίσει τον εαυτόν του, το «εγώ» του που είναι το απαραίτητο προστάδιο για να μπορέσει να γνωρίσει και το «εσύ», συμπλήρωσε ο έγκριτος Θεολόγος. Εξετάζοντας στη συνέχεια την παραβολή του «Ασώτου υιού» μέσα από μια ψυχολογική-ψυχαναλυτική προσέγγιση, σημείωσε ότι ο πρεσβύτερος υιός είναι η πιο τραγική προσωπικότητα, γιατί δεν κάνει αυτό που πραγματικά θέλει, σε αντίθεση με τον άσωτο υιό, που αφού περνά την φάση της εγκατάλειψης του πατρικού σπιτιού με όλες τις ασωτίες του, τελικά επιστρέφει μετανοημένος και τελικά πιο υγιής. Το συναίσθημα του φθόνου που βιώνει ο πρεσβύτερος υιός, ίσως το βιώνουμε και μεις για τους άλλους που τολμούν να εκφραστούν, ενώ εμείς από φόβο δεν τολμήσαμε να ζήσουμε όπως θα θέλαμε.

Οι έφηβοι σήμερα πρέπει να εισπράξουν την αγάπη μας, την κατανόησή μας. Ας μην φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας, να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας και ας μη διστάζουμε να ζητάμε ακόμα και συγγνώμη απ’ τα παιδιά μας, τους μαθητές μας.

Τέλος ο κ. Κορναράκης υπογράμμισε τη σημασία της συμμετοχής των μαθητών στην διαδικασία του μαθήματος των Θρησκευτικών μέσα από τρόπους δημιουργικούς, όπως το ψυχοδράμα του Moreno ή art therapy (π.χ κολλάζ, ζωγραφική ….) ή συγκέντρωση φωτογραφικού υλικού. Το μάθημα λοιπόν αυτό είναι σήμερα πολυτιμότερο από ποτέ, γιατί μπορεί να προσφέρει στον έφηβο την ευκαιρία για υπαρξιακή αναζήτηση, για συναισθηματική στήριξη, για ελευθερία έκφρασης και για δημιουργικές απασχολήσεις, που τόσο πολύ λείπουν σήμερα απ’ τη ζωή των εφήβων μας. Για να υλοποιηθούν όμως όλες αυτές οι δυνατότητες βασικότατο ρόλο ίσως και τον μοναδικό παίζει η προσωπικότητα, το ανοιχτό μυαλό και το ήθος του Θεολόγου.

Ο δεύτερος εισηγητής της Ημερίδας ο Αντιπρόεδρος της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων κ. Ηλίας Φραγκόπουλος, αφού αναφέρθηκε εκτενώς στα προβλήματα που αντιμετωπίζει το μάθημα των Θρησκευτικών και ο Θεολόγος καθηγητής στη σημερινή σχολική πραγματικότητα, υποστήριξε με δυναμισμό ψυχής την θέση του για την αναγκαιότητα του μαθήματος των Θρησκευτικών στο σχολικό πρόγραμμα διότι «το σχολείο δεν πρέπει εγκαταλείψει την προσπάθεια να διαμορφώνει πνευματικές προσωπικότητες και αντ' αυτού να διαμορφωθεί σε εργαστήριο πού θα δημιουργεί ανθρώπους οι οποίοι θα είναι «ρεζερβουάρ γνώσεων». «Δεν οραματιζόμαστε είπε χαρακτηριστικά, απλά ένα σχολείο με καθαρά γνωστικό Θρησκευτικό μάθημα, στο όποιο «το κάθε παιδί θα πρέπει να γίνει ένας θρησκευτικά εγγράμματος και συνειδητοποιημένος πολίτης πού (να) έχει εκπαιδευτεί να σέβεται και να συνυπάρχει με τον όποιον «άλλον», αλλά οραματιζόμαστε ένα Θρησκευτικό μάθημα πού θα οδηγεί το κάθε παιδί να γνωρίσει και να εκτιμήσει και να αγαπήσει το Χριστό και την αγάπη Του και τη διδασκαλία Του. Και αυτό θα τον κάνει να γίνει συνειδητοποιημένος χριστιανός πολίτης πού πράγματι θα σέβεται, θα συνυπάρχει και προπαντός θα αγαπά τον όποιον άλλον».

«Η αξία του μαθήματος μας είναι ακριβώς αυτό το περιεχόμενο του, δηλ. ο Χριστός, η πίστη σ' αυτόν ως Θεό και Σωτήρα και η αποδοχή και εφαρμογή της διδασκαλίας του. Την αξία του τρόπου προσφοράς κανείς δεν την αρνείται. Σίγουρα ο τρόπος αυτός (και η υλοποίηση του) μπορεί και πρέπει, και πράγματι κατά καιρούς μεταβάλλεται.
Άλλα το περιεχόμενο του ήταν, είναι και θα είναι αυτό τούτο. Και στον 21ο και στον 27ο αιώνα και πάντοτε. Ο χριστιανός άνθρωπος μ' αυτή τη διδασκαλία θα μορφωθεί. Αυτό το πρότυπο θα μιμηθεί. Αν θέλει να είναι χριστιανός. Εμείς οφείλουμε να το διδάξουμε - να το δείξουμε στα παιδιά μας. Και να τα οδηγήσουμε σ' αυτό. Αν μας ενδιαφέρουν τα παιδιά μας και η πορεία τους στη ζωή».

Τέλος τόνισε επίσης, ότι «το αίτημα για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών από Θεολόγους στα Δημοτικά Σχολεία, είναι απότοκο των αναγκών της σύγχρονης πραγματικότητας. Αποδεχόμενοι την ψυχοπαιδαγωγική προϋπόθεση της σχέσης του δασκάλου με το παιδί της ηλικίας αυτής, υποχρεωνόμαστε να ζητήσουμε την παραπάνω ρύθμιση, επειδή πλήθυναν οι περιπτώσεις δασκάλων πού «παραβλέπουν» την διδασκαλία του Θρησκευτικού μαθήματος. Και βεβαίως είναι ορθή η πρόταση της ανάγκης κατάρτισης των δασκάλων στα παιδαγωγικά τμήματα των Πανεπιστημίων».

Την πολύ επιτυχημένη αυτή εκδήλωση της Ένωσης Θεολόγων Νομού Λέσβου, παρακολούθησαν ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμ. π. Ιάκωβος Καραμούζης ως εκπρόσωπος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μυτιλήνης, ο Πανοσιολογιώτατος Πρωτοσύγκελος της Ι. Μ. Μηθύμνης π. Νικόδημος Κουτσαμπάσης ως εκπρόσωπος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μηθύμνης, ο Δ/ντης της Β/θμιας Εκπ/σης Ν. Λέσβου κ. Αθανάσιος Φραγκόπουλος, ο Δ/ντης του Γραφείου Β/θμιας Εκπ/σης Λήμνου κ. Εμμανουήλ Ρόκκος, ο Προϊστάμενος του Γραφείου Φυσικής Αγωγής κ. Παναγιώτης Πιττός, ο Υπεύθυνος του Σ.Σ.Ν κ. Παναγιώτης Τσουκαρέλλης, ο Πρόεδρος της Χρ. Πν. Κίνησης Μυτιλήνης κ. Ευστράτιος Ματζουράνης, ο Πρόεδρος του Φ.Ο.Μ κ. Περικλής Μαυρογιάννης, ιερείς και θεολόγοι καθηγητές.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Συνέλευση της Μικτής Επιτροπής για τον θεολογικό διάλογο Ορθοδόξων - Ρωμαιοκαθολικών, στη Κύπρο


Από τις 16 μέχρι τις 23 Οκτωβρίου, η Εκκλησία της Κύπρου θα φιλοξενήσει στην Πάφο, τη Συνέλευση της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής για το Θεολογικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Η Διεθνής Μικτή Επιτροπή, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, έχει σκοπό την αποκατάσταση της κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Την Εκκλησία της Κύπρου, στο Διάλογο αυτό, εκπροσωπεί η Α.Π. ο Μητροπολίτης Πάφου κ. Γεώργιος.

Παραθέτουμε * στη συνέχεια μια σύντομη ιστορική αναδρομή, από τις πρώτες επαφές που είχαν οι Ορθόδοξοι και οι Ρωμαιοκαθολικοί τον 20ο αιώνα μέχρι την σύσταση της Επιτροπής και την πορεία του επίσημου Θεολογικού Διαλόγου, ώστε να ενημερωθεί ο αναγνώστης για την πορεία του διαλόγου αυτού.

Τα πρώτα βήματα, λοιπόν, από πλευράς Ορθοδόξων είχαν σημειωθεί το 1961 στην Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, στην οποία, ένα από τα κύρια θέματα προς συζήτηση ήταν και οι σχέσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Στη συνέχεια, κατά τη Β΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, στη Ρόδο το 1963 αποφασίστηκε όπως οι Ορθόδοξοι προτείνουν την έναρξη διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς επί ίσοις όροις. Έτσι, κατά τη Γ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, που έγινε στη Ρόδο το 1964, προτάθηκε στις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες να καλλιεργούν αδελφικές σχέσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς, ώστε να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα προς ένα Θεολογικό Διάλογο μεταξύ των δύο Εκκλησιών.

Από τη μεριά των Ρωμαιοκαθολικών, το πράσινο φως για τη συμμετοχή τους στη σύγχρονη οικουμενική κίνηση και κατά συνέπεια στους διαλόγους με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τις άλλες ομολογίες, δόθηκε από τη Β’ Βατικάνειο Σύνοδο (1962).Μείζονος σημασίας, αναφορικά προς τις σχέσεις των δύο εκκλησιών υπήρξε η συνάντηση του πάπα Παύλου του Στ΄ με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄, στα Ιεροσόλυμα, τον Ιανουάριο του 1964. Εκεί, οι εκπρόσωποι των δύο Εκκλησιών ήραν τα Αναθέματα που υπήρχαν μεταξύ των Ορθοδόξων και των Ρωμαιοκαθολικών από το 1054.

Το επόμενο βήμα, μετά την άρση των αναθεμάτων, ήταν οι αμοιβαίες επισκέψεις των δύο εκκλησιαστικών ηγετών. Κατά τη Δ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, στη Γενεύη το 1968, αποφασίστηκε να συνεχιστούν οι επαφές και οι εκδηλώσεις αδελφικής αγάπης και αμοιβαίου σεβασμού με τους Ρωμαιοκαθολικούς , ώστε να ξεκινήσει ένας καρποφόρος θεολογικός διάλογος. Στο τέλος της εν λόγω Διάσκεψης εγκαινιάστηκε ο «Διάλογος της Αγάπης». Ο Διάλογος αυτός σήμαινε κυρίως τις αμοιβαίες επισκέψεις των αρχηγών ή αντιπροσώπων, καθώς και με επιστροφές από τη Δύση ιερών λειψάνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο «Διάλογος της Αγάπης» απέβη ο πρόδρομος του επίσημου Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, που ξεκίνησε το έτος 1980, με τη συγκρότηση αρμόδιας Μικτής Επιτροπής.

Η ολομέλεια της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου συνήλθε συνολικά δέκα φορές μέχρι σήμερα:

• Η πρώτη Συνέλευση έγινε στην Πάτμο και τη Ρόδο το 1980.

• Η δεύτερη στο Μόναχο, το 1982 και εξέδωσε το κείμενο με θέμα «Το Μυστήριον της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φως του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος».

• Η τρίτη στο Κολυμπάρι των Χανίων, το 1984, με θέμα «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας»

• Η τέταρτη στο Bari της Ιταλίας το 1987 με θέμα «Πίστις, μυστήρια και ενότης της

Εκκλησίας»

• Η πέμπτη στο Νέο Βάλαμο της Φινλανδίας, το 1988, με θέμα «Το μυστήριον της ιερωσύνης εν τη μυστηριακή δομή της Εκκλησίας και ιδία η σπουδαιότης της αποστολικής διαδοχής δια τον αγιασμόν και την ενότητα του λαού του Θεού».

• Η έκτη στο Freising της Γερμανίας, το 1990, είχε ως αρχικό θέμα «Εκκλησιολογικαί και Κανονικαί Συνέπειαι της Μυστηριακής Φύσεως της Εκκλησίας – Συνοδικότης και Αυθεντία», αλλά, λόγω του φορτισμένου κλίματος εξαιτίας της ουνιτικής δράσης, η Μικτή Επιτροπή συζήτησε το θέμα της Ουνίας.

• Η έβδομη διεξήχθη στο Balamand του Λιβάνου, το 1993, με θέμα «Η Ουνία, μέθοδος ενώσεως του παρελθόντος και η σημερινή αναζήτηση πλήρους κοινωνίας».

• Η όγδοη Συνέλευση συνήλθε στη Βαλτιμόρη Η.Π.Α., το 2000.

• Η ένατη στο Βελιγράδι το 2006 με θέμα «Η θεολογία της κοινωνίας (πρωτείο τού Ρώμης και το συναφές ζήτημα των ανατολικών καθολικών εκκλησιών)».

• Η δέκατη στη Ραβέννα της Ιταλίας, το 2007, με θέμα «Εκκλησιολογία και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας, Εκκλησιαστική Κοινωνία, Συνοδικότης και Εξουσία».

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα θέματα των Συνελεύσεων της Ολομέλειας της Μικτής αυτής Επιτροπής προετοιμάζονται, κάθε φορά, από τη Συντονιστική Επιτροπή για το Θεολογικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.
Η Συντονιστική Επιτροπή συνήλθε στην Ελούντα της Κρήτης, 27/9 – 4/10 του 2008 και προετοίμασε τα κείμενα που θα συζητηθούν κατά τη 11η Συνέλευση της Ολομέλειας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής, η οποία θα γίνει στην Κύπρο τον προσεχή Οκτώβριο. Το θέμα είναι σχετικό με την 10η Συνέλευση της Ολομέλειας που έγινε στη Ραβέννα και είναι «ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία όλων των Εκκλησιών».

* Αρθρο του συναδέλφου θεολόγου κ. Μιχάλη Σπύρου στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Κύπρου, http://www.churchofcyprus.org.cy/article.php?articleID=864

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Παρέμβαση θεολόγων για Θρησκευτικά - διορισμούς

* Υπόνημα του Συνδέσμου Θεολόγων Μακεδονίας – Θράκης

σε ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ -

* Συνάντηση του Δ.Σ. με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ κ. Χάρη Καστανίδη

Την υπόσχεση ότι o ίδιος θα συμβάλλει από τη πλευρά του έτσι ώστε για το θρησκευτικό μάθημα να ανοίξει και να διεξαχθεί ένας γόνιμος και δημιουργικός διάλογος, στον οποίο ξεχωριστό ρόλο θα διαδραματίσει η παιδαγωγική διάσταση των θεμάτων σε σχέση με την πολιτισμική και θρησκευτική μας παράδοση, έδωσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ και τέως υπουργός κ. Χάρης Καστανίδης, στο πλαίσιο της συνάντησης που είχε στο γραφείο του στη Θεσσαλονίκη, με εκπροσώπους του Συνδέσμου Θεολόγων Μακεδονίας – Θράκης.

Την πρωτοβουλία για την συνάντηση είχε η Διοικούσα Επιτροπή του Συνδέσμου, ενώ για τη πραγματοποίησή της διαμεσολάβησε και η προσκείμενη στο ΠΑΣΟΚ φοιτητική παράταξη της ΠΑΣΠ, της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

* Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου που εκδόθηκε από τον Σύνδεσμο Θεολόγων, τα μέλη της Διοικούσας Επιτροπής του Συνδέσμου Θεολόγων Μακεδονίας – Θράκης, συνοδευόμενα από δύο φοιτητές, εκπροσώπους της ΠΑΣΠ Θεολογικής Σχολής, επισκέφτηκαν την 28η Σεπτεμβρίου 2009 τον τ. Υπουργό κ. Χ. Καστανίδη και συζήτησαν μαζί του τρία από τα θέματα που απασχολούν το Σύνδεσμο και γενικότερα το θεολογικό κόσμο. Τα θέματα αυτά είναι τα παρακάτω:

1. Η προαιρετικότητα του μαθήματος των θρησκευτικών

2. Η πρόταση μετατροπής του χαρακτήρα του Μαθήματος των Θρησκευτικών σε Θρησκειολογικό

3. Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στο Δημοτικό από Θεολόγους Καθηγητές.

Ο κ. Καστανίδης επέδειξε εξαιρετικό ενδιαφέρον για τα θέματα αυτά και υποσχέθηκε ότι θα συμβάλλει έτσι ώστε να ανοίξει και να διεξαχθεί ένας γόνιμος και δημιουργικός διάλογος, στον οποίο ξεχωριστό ρόλο θα διαδραματίσει η παιδαγωγική διάσταση των θεμάτων σε σχέση με την πολιτισμική και θρησκευτική μας παράδοση.

Για τα παραπάνω θέματα η διοικούσα επιτροπή προσκόμισε στον κ. Καστανίδη επιστημονικές μελέτες, που αναλύουν σε βάθος από παιδαγωγικής – ψυχολογικής και θεολογικής πλευράς τα θέματα αυτά, καθώς και το παρακάτω υπόμνημα:

ΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ

«Κύριε Υπουργέ,

Με την ευκαιρία της επικοινωνίας που είχαμε κατά την επίσκεψη στο γραφείο σας, σας υποβάλλουμε και γραπτώς τα αιτήματα του συνδέσμου μας και σας παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες, γνωρίζοντας τις ευαισθησίες και το ενδιαφέρον σας ως προς τα θέματα που σχετίζονται με την Παιδεία και την Ορθόδοξη Παράδοση.

Θέμα 1ο : Η προαιρετικότητα του μαθήματος των θρησκευτικών

Τον Αύγουστο του 2008 ο τότε Υπουργός Παιδείας κ. Στυλιανίδης, με μια ανέλπιστη Εγκύκλιο προς όλα τα σχολεία της χώρας, κατέστησε το Μάθημα των Θρησκευτικών Προαιρετικό. Από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους μέχρι το 2008 το μάθημα ήταν πάντοτε υποχρεωτικό στην πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και τώρα έγινε προαιρετικό.

Πέρα από τις συνέπειες που μπορεί να έχει στο μέλλον αυτή η προαιρετικότητα, ως προς τη μείωση των ωρών διδασκαλίας, σε συνδυασμό με το οξύτατο πρόβλημα της αδιοριστίας των Θεολόγων, ακόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα έχει το πρόβλημα του θρησκευτικού αναλφαβητισμού των μαθητών, που πολλοί από αυτούς, θα το θεωρήσουν ως ευκαιρία να έχουν ένα μάθημα λιγότερο και πιθανόν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να συμμετέχουν στο μάθημα, με όλες τις ενδεχόμενες συνέπειες ως προς την παιδεία και τη μόρφωσή τους. Για όλες τις διαστάσεις που έχει η προαιρετικότητα του μαθήματος των θρησκευτικών αναφερόμαστε λεπτομερώς σε σχετική μελέτη που σας υποβάλλουμε. Ζητούμε από εσάς να συμβάλλετε στην άρση της Εγκυκλίου που επέβαλε την προαιρετικότητα στη θρησκευτική αγωγή από τον Αύγουστο του 2008.

Θέμα 2ο: Η πρόταση μετατροπής του χαρακτήρα του Μαθήματος των Θρησκευτικών σε Θρησκειολογικό

Πολλές φορές έχει γραφεί και έχει ακουστεί από διανοούμενους, δημοσιογράφους και μερικούς πολιτικούς ότι το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να αλλάξει χαρακτήρα και να γίνει θρησκειολογικό. Οι θεολόγοι της χώρας και οι θεολογικές Σχολές, με ελάχιστες εξαιρέσεις μερικών προσώπων, έχοντας μελετήσει επιστημονικά το θέμα, έχουν καταλήξει ότι όχι μόνο για θεολογικούς, αλλά κυρίως για παιδαγωγικούς, κοινωνικούς, πολιτισμικούς και ψυχολογικούς λόγους, ένα μάθημα θρησκειολογίας είναι ακατάλληλο για το σχολείο και κυρίως για τους μαθητές του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Θεωρείται αντιπαιδαγωγική η μετατροπή του θρησκευτικού μαθήματος σε θρησκειολογία για τους παρακάτω λόγους:

1. Το μάθημα των Θρησκευτικών ως θρησκειολογία θα γίνει ένα πληροφοριακό, ουδέτερο και εντελώς γνωσιολογικό μάθημα, χωρίς ιδιαίτερη αξία για τη μόρφωση των μαθητών, αφού απομακρύνεται εντελώς από τους ευρύτερους σκοπούς της Παιδείας και της αγωγής.

2. Η θρησκειολογία στερείται των ψυχολογικών προϋποθέσεων που απαιτούνται να διαθέτει ένα γνωστικό αντικείμενο, διότι δεν ανταποκρίνεται στις ψυχοκινητικές ικανότητες των μαθητών, οι οποίοι δεν θα μπορούν να το παρακολουθούν.

3. Το μάθημα της θρησκειολογίας γίνεται ήδη στη Β΄Λυκείου, στοιχεία δε για τις άλλες θρησκείες υπάρχουν ήδη αρκετά και μπορούν φυσικά να αυξηθούν στη διδακτέα ύλη όλων των τάξεων, προκειμένου να καλλιεργούνται μέσα από αυτά ο σεβασμός και η ανεκτικότητα προς τη διαφορετικότητα, αρετές που έτσι ούτως ή άλλως καλλιεργούνται και μέσα από την οικεία ορθόδοξη παράδοση των μαθητών.

4. Μια καθολική μετατροπή του θρησκευτικού μαθήματος στο σχολείο σε θρησκειολογία θα ήταν σε βάρος των μαθητών, όχι μόνο γιατί θα απέβαινε σε βάρος του περιεχομένου της οικείας ορθόδοξης θρησκευτικότητας αλλά και διότι η εξιστόρηση όλων των θρησκειών σε μια ηλικία, που τα παιδιά δεν έχουν την κριτική και συγκριτική ικανότητα να την αφομοιώσουν γόνιμα και δημιουργικά θα τους δημιουργούσε αφενός σύγχυση και αφετέρου διάθεση σχετικοποίησης της θρησκευτικής τους πίστεως και συνειδήσεως.

5. Σε ελάχιστες από τις 27 χώρες της Ευρώπης εφαρμόζεται το θρησκειολογικό μοντέλο διδασκαλίας των θρησκευτικών στην Εκπ/ση.

6. Οι μαθητές πρέπει σε όλες τις γνώσεις τους να προχωρούν από τα γνωστά στα άγνωστα με βασική προϋπόθεση να συνεχιστεί το εμπειρικό συνεχές. Τα παιδιά επομένως πρέπει να γνωρίσουν και να βιώσουν τη γνωστή σ΄ αυτά οικεία λαϊκή θρησκευτικότητα της ορθόδοξης παράδοσης, να μελετήσουν την αξία και το νόημά της και στη συνέχεια θα προχωρήσουν και στη γνώση των θρησκειών των άλλων λαών. Άλλωστε ο λόγος που διδάσκεται στο ελληνικό σχολείο η Ορθοδοξία, δεν είναι μόνο η πίστη και αναφορά στο Θεό, αλλά είναι επίσης το γεγονός ότι αποτελεί ένα θεμελιακό και αναπόσπαστο παράγοντα της ελληνικής ταυτότητας, του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής ιστορίας και παραδόσεως καθώς και ότι συμβάλλει τα μέγιστα τόσο για την κοινωνικοποίηση των μαθητών όσο και για το ήθος και τον εκπολιτισμό τους.

Για όλες τις πτυχές, που αφορούν το θέμα αν μπορεί και πρέπει να μετατραπεί το μάθημα των Θρησκευτικών σε θρησκειολογία σας υποβάλλουμε σχετικές εργασίες ειδικών καθώς και ειδική μελέτη του ενός από τα δύο Παιδαγωγικά Εργαστήρια της θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Θέμα 3ο Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στο Δημοτικό από Θεολόγους Καθηγητές.

Οι Θεολόγοι ζητούν να διδάσκουν αυτοί το μάθημα των Θρησκευτικών στα Δημοτικά σχολεία για τους παρακάτω λόγους:

1. Το μάθημα των θρησκευτικών δεν διδάσκεται σήμερα στο Δημοτικό από ένα αρκετά μεγάλο αριθμό δασκάλων.

2. Οι δάσκαλοι δεν έχουν διδαχτεί βασικές θεολογικές γνώσεις και ειδική Διδακτική του μαθήματος των Θρησκευτικών στα Παιδαγωγικά Τμήματα που φοίτησαν, τα οποία αρνούνται μέχρι και σήμερα για άγνωστους λόγους να προκηρύξουν θέση ΔΕΠ με γνωστικό αντικείμενο τη Διδακτική των Θρησκευτικών για την κατάρτιση των φοιτητών τους. Στην Ευρώπη δεν μπορεί ένας δάσκαλος να διδάξει το θρησκευτικό μάθημα στο σχολείο χωρίς να έχει αποδεδειγμένα στοιχεία για την προαπαιτούμενη ειδική Παν/κή του κατάρτιση.

3. Τα παιδιά έρχονται στο Γυμνάσιο με αδικαιολόγητα κενά στο μάθημα των Θρησκευτικών με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προσαρμόζονται στις αντίστοιχες βαθμίδες θρησκευτικής μαθήσεως.

4. Είναι ανεπίτρεπτο, για το Εκπ/κό μας σύστημα, να παίρνουν τις ώρες διδασκαλίας των Θρησκευτικών οι δάσκαλοι και φυσικά τις αντίστοιχες θέσεις εργασίας, να πληρώνονται γι’ αυτές από τον ελληνικό λαό και στην ουσία να μην διδάσκουν το μάθημα.

5. Παραβιάζεται ανεπίτρεπτα αφενός το Σύνταγμα που απαιτεί με το άρθρ. 16 «την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» στο σχολείο αφετέρου ο ισχύων Νόμος για την Εκπ/ση 1566/85, που ορίζει ότι το σχολείο βοηθά τους μαθητές έτσι ώστε «να διακατέχονται από πίστη στα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης» και φυσικά καταστρατηγείται το ισχύον Πρόγραμμα Σπουδών σε βάρος της μόρφωσης των μαθητών
6. Οι απόφοιτοι των Θεολογικών Σχολών έχουν και τη Θεολογική και την Παιδαγωγική και τη Διδακτική κατάρτιση που απαιτείται για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών.

7. Στον κλάδο των δασκάλων δεν υπάρχει πρόβλημα αδιοριστίας και ανεργίας

8. Στο Δημοτικό σχολείο έχουν διοριστεί και άλλες ειδικότητες καθηγητών, όπως Γυμναστές, Ξενόγλωσσοι καθηγητές, Μουσικοί.

Σας παρακαλούμε να στηρίξετε το αίτημά μας»

Με τιμή

Η Διοικούσα Επιτροπή
Τα μέλη

Ηρακλής Ρεράκης, Αναπλ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Σωτήριος Μιχελουδάκης, Δικηγόρος-Θεολόγος, Μ.Δ.Ε. Νομικής, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογικής Α.Π.Θ.

Σταυρούλα Επιμενίδου, Αδιόριστη Θεολόγος, Μ.Δ.Ε. Θεολογίας, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογικής Α.Π.Θ.

Κλεοπάτρα Καταφυγιώτου, Θεολόγος, μεταπτυχιακή φοιτήτρια Θεολογικής Α.Π.Θ.

Αθανάσιος Δεβετζίδης, Αδιόριστος Θεολόγος, μεταπτυχιακός φοιτητής. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


Ο Σύνδεσμος Θεολόγων Μακεδονίας – Θράκης στεγάζεται στο Γραφείο 404 της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ (54624, Θεσσαλονίκη, τηλ. – fax: 2310 997113, mail: theologoi@gmail.com , URL: http://www.theologoi.wordpress.com/ )

Σημειώνεται ότι το ίδιο Υπόμνημα απηύθυνε χθές ο Σύνδεσμος Θεολόγων και προς τους Προέδρους των κομμάτων ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ.