Aπό τη νέα σχολική χρονιά (2026-2027)
εισάγεται στα σχολεία ένα νέο μάθημα απευθυνόμενο σ΄ όσους μαθητές παίρνουν
απαλλαγή για λόγους θρησκευτικής συνείδησης από το μάθημα των Θρησκευτικών.
Πρόκειται για το μάθημα της «Ηθικής» την θέσπιση του οποίου δρομολόγησε το Υπ.
Παιδείας μετά τις προ επταετίας 1749-1750/2019 αποφάσεις του Συμβουλίου της
Επικρατείας (ΣτΕ) με τις οποίες κρίθηκε ότι για τους αλλόθρησκους, ετερόδοξους,
άθρησκους, άθεους και αγνωστικιστές μαθητές θα πρέπει να η Πολιτεία να
μεριμνήσει για ένα «εναλλακτικό μάθημα συναφούς, κατά την αντίληψή της,
περιεχομένου (π.χ Ηθικής) εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών».
Σε
μεταγενέστερες δε αποφάσεις του το ίδιο δικαστήριο έκρινε ότι η θέσπιση του
«εναλλακτικού μαθήματος, συναφούς περιεχομένου με τα Θρησκευτικά» είναι
απαραίτητη προκειμένου να αποτραπεί η δημιουργία “ελεύθερης ώρας” και,
εντεύθεν, ο κίνδυνος απομακρύνσεως των μαθητών από το ανωτέρω συνταγματικώς επιβαλλόμενο
μάθημα (1478/2022 Ολομ.). Έκρινε δε περαιτέρω ότι αποτελεί υποχρέωση της
Πολιτείας η θέσπιση διδασκαλίας ισότιμου μαθήματος συναφούς θρησκειολογικού –
πληροφοριακού περιεχομένου με ουδέτερο και αντικειμενικό χαρακτήρα για τους
αιτουμένους απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών (ΣτΕ 1536/2023 Ολομ.).
Σύμφωνα
με το διατακτικό των ανωτέρω αποφάσεων του ΣτΕ, το εναλλακτικό ισοδύναμο
υποχρεωτικό μάθημα για τους απαλλασσόμενους από το μάθημα των Θρησκευτικών
μαθητές θα πρέπει απαραιτήτως, κατά το Σύνταγμα και την παρατιθέμενη νομολογία,
να έχει θρησκειολογικό – πληροφοριακό χαρακτήρα, με έμφαση στην κατανόηση των
διάφορων θρησκευτικών και κοσμοθεωρητικών απόψεων και αξιών που συνυπάρχουν
στην κοινωνία και με σεβασμό στη διαφορετικότητα των απόψεων αυτών, ώστε να
μπορούν να το παρακολουθούν όλοι οι απαλλασσόμενοι μαθητές ανεξαρτήτως των
θρησκευτικών πεποιθήσεών τους ή της έλλειψης θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Στα
τέλη του περασμένου χρόνου, όμως, οπότε και δημοσιεύθηκαν οι τρείς αποφάσεις
του Υπ. Παιδείας για τα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος της Ηθικής στο
Δημοτικό (ΦΕΚ 6316/Β΄), το Γυμνάσιο (6259/Β’) και το Λύκειο (6244/Β΄), είδαμε
ότι το περιεχόμενο της ύλης στο νέο μάθημα της «Ηθικής» εστιάζει αποκλειστικά
σε κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς, αποκομμένες από το πολιτισμικό και ιστορικό
πλαίσιο της θρησκείας, τοποθετώντας τη συζήτηση σχεδόν αποκλειστικά σε
φιλοσοφικό επίπεδο. Πρόκειται κατά το μάλλον για ένα μάθημα “Πρακτικής Φιλοσοφίας” με ύλη αποστειρωμένη, που
εστιάζει μόνο σε ξερούς κανόνες συμπεριφοράς και θεωρητική φιλοσοφία. Είναι σαν
να προσπαθείς να διδάξεις τέχνη σε κάποιον που δεν έχει δει ποτέ του πίνακα
ζωγραφικής. Το νέο αυτό μάθημα αν περάσει με τη συγκεκριμένη στοχοθεσία και ύλη
το μόνο που θα …επιτύχει είναι η δημιουργία μαθητών δύο ταχυτήτων - με κάποιους
(αυτούς στους οποίους απευθύνεται το συγκεκριμένο μάθημα της «Ηθικής») να
μένουν θρησκευτικά αναλφάβητοι, δημιουργώντας εν τοις πράγμασι μια μεγάλη
ανισότητα. Ο θρησκευτικός εγγραμματισμός δεν αποτελεί κατήχηση,
αλλά απαραίτητο εφόδιο για την κατανόηση της τέχνης, της ιστορίας, του
πολιτισμού και των κοινωνικών δομών της Ευρώπης και του κόσμου. Η αντικατάστασή
του από ένα μάθημα γενικής φιλοσοφικής ηθικής στερεί από τους μαθητές τα
κλειδιά ερμηνείας της σύγχρονης πραγματικότητας, ενώ δεν διασφαλίζει ότι οι
απαλλασσόμενοι μαθητές λαμβάνουν «ισοδύναμο εναλλακτικό υποχρεωτικό μάθημα
θρησκειολογικού-πληροφοριακού περιεχομένου με ουδέτερο και αντικειμενικό
χαρακτήρα» σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης παιδαγωγικής και της
νομολογίας. Όπως πολύ παραστατικά περιέγραψε ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας
του ΕΚΠΑ, καθηγητής κ. Ιωάννης Παναγιωτόπουλος, «όταν διδάσκεις Ηθική χωρίς το
θρησκευτικό της υπόβαθρο, είναι σαν να δίνεις σε κάποιον ένα smartphone χωρίς
σύνδεση στο internet, έχεις τη συσκευή, αλλά δεν
έχεις τη δυνατότητα να καταλάβεις πως λειτουργεί ο κόσμος γύρω σου…» - γιατί τo ζητούμενο είναι μια εκπαίδευση με
«ανοιχτούς ορίζοντες», όχι ένας πνευματικός απομονωτισμός. Το Υπ. Παιδείας
οφείλει να καλέσει τις Θεολογικές Σχολές και τις Ενώσεις Θεολόγων Εκπαιδευτικών
για διάλογο προκειμένου να δρομολογηθούν βελτιωμένες αποφάσεις για ένα μάθημα
«Ηθικής» με πρόγραμμα σπουδών που θα σέβεται την ελευθερία της συνείδησης, αλλά
θα δίνει στον μαθητή τα «κλειδιά» να ερμηνεύσει την ιστορία, την τέχνη και τις
αξίες που διαμόρφωσαν τον κόσμο μας, τον πολιτισμό. Η ηθική δεν διδάσκεται «εν
κενώ»˙ διδάσκεται μέσα από τις παραδόσεις που της έδωσαν
ζωή, περιεχόμενο.
Το μάθημα των Θρησκευτικών τα
τελευταία χρόνια αναζητεί την ταυτότητά του προσπαθώντας να μη «φυλλορροήσει»
από τις ιδεολογικο-πολιτικές συμπληγάδες που ερίζουν πάνω στο δίλημμα: θέλουμε
ένα μάθημα παραδοσιακό και στενά ομολογιακό ή σε γόνιμο διάλογο με τη
θρησκευτική ετερότητα και πολυφωνία. Ενδεικτικό των αντίθετων τάσεων είναι ότι
από το 2012 έως και τις ημέρες μας έχουν εκδοθεί πάνω από 15 αποφάσεις
δικαστηρίων ύστερα από προσφυγές για τον χαρακτήρα του μαθήματος, ενώ το Yπουργείο Παιδείας από το
2008 έως τώρα έχει αλλάξει επτά φορές το περιεχόμενο των εγκυκλίων και των
υπουργικών αποφάσεων για τους λόγους απαλλαγής από το μάθημα.
Η διελκυστίνδα για το μάθημα των
Θρησκευτικών έχει ιδεολογικό περίβλημα, με βάση και τις θέσεις των πολιτικών
δυνάμεων της χώρας. Το μάθημα βρίσκεται αντιμέτωπο με διαφορετικά “μέτωπα”. Η
επίμονη και έντονη ιδεολογικοποίηση του θέματος έχει οδηγήσει στην κατάπνιξη
της κοινής λογικής και, βέβαια, κάθε παιδαγωγικής και επιστημονικής διάστασης
του θέματος. Δυστυχώς, τα Θρησκευτικά δεν αντιμετωπίζονται συχνά ως μάθημα,
δηλαδή ως γνωστικό-μορφωτικό αντικείμενο, αλλά ως πεδίο άσκησης ιδεολογικών και
πολιτικών αψιμαχιών. Μόνη λύση είναι τα Θρησκευτικά να αντιμετωπιστούν χωρίς
ιδεοληψίες και πολιτικές συγκρούσεις και με αποκλειστικό κριτήριο τις αρχές της
παιδαγωγικής και της θεολογικής επιστήμης. Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να
αντιμετωπισθεί και το «εναλλακτικό και συναφές με τα Θρησκευτικά» (σύμφωνα και
με την απόφαση του ΣτΕ) μάθημα της Ηθικής. Δεν υπάρχει φιλοσοφία (και άρα ηθική
που αποτελεί βασικό κλάδο της) χωρίς τη θρησκευτική αναζήτηση και δεν υπάρχει
θεολογία χωρίς τη φιλοσοφική σκέψη. Το ζήτημα είναι καθαρά παιδαγωγικό - και αντιμετωπίζεται
/ λύνεται με διάλογο, όχι στα δικαστήρια.
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής Β/θμιας,
δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr).












