Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

“Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση (1974 – 2024)” – ‘Aρθρο X. Ανδρεόπουλου στο “Orthodoxia.info” (23.07.2024)

 

50 χρόνια πριν…. 24η Ιουλίου 1974, ώρα 4η πρωϊνή. Ο Κων. Καραμανλής ορκίζεται από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ως Πρωθυπουργός της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος, υπό το βλέμμα του εκπροσώπου του ήδη καταρρεύσαντος δικτατορικού καθεστώτος στρατηγού Γκιζίκη. Ξημερώνει Δημοκρατία!

Toυ Χάρη Ανδρεόπουλου*

Συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση, από την 24η Ιουλίου του 1974, όταν στα ξημερώματα της ημέρας αυτής, μετά την πτώση (ουσιαστικά: αυτοδιάλυση…) του δικτατορικού καθεστώτος της Επταετίας (1967-1974), με την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ως Πρωθυπουργού, από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ξημέρωνε Δημοκρατία! Ποιες ήταν απόψεις του Κων. Καραμανλή για τη στάση της δικτατορίας απέναντι στην Εκκλησία και πως η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας στη χώρα συνδέθηκε με την διασφάλιση της σταθερότητας και ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στη κοινωνία, όπως η Εκκλησία;

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Κων. Καραμανλής επανειλημμένως είχε “καυτηριάσει” την εργαλειοποίηση της θρησκείας από το καθεστώς.  Στα τέλη του 1969, εποχή κατά την οποία εξελίσσεται εμφαντικώς η προπαγάνδα του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών, ο αυτοεξόριστος τότε στο Παρίσι Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα “Journal de Geneve” (1η Οκτωβρίου 1969), διακωμωδώντας την «ελληνοχριστιανική» εκδοχή της πολιτικής της δικτατορίας θα δηλώσει: «Το καθεστώς των Αθηνών στερούμενον ιδιαιτέρου ιδεολογικού προσανατολισμού εις ουδεμίαν μορφήν πολιτεύματος – ούτε καν της κλασικής δικτατορίας – ανταποκρίνεται. Και το εν λόγω κενόν δεν δύναται να πληρωθεί ούτε με μεσαιωνικάς θεοκρατικάς εννοίας, ούτε με συνθήματα ως το “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”, ενώ αι μέθοδοι του καθεστώτος είναι ελάχιστα χριστιανικαί…».

Είναι σαφές ότι με τις δηλώσεις του αυτές ο Καραμανλής επιχειρεί να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο της δικτατορίας από τον χώρο της συντηρητικής δημοκρατικής παρατάξεως που θα μπορούσε θεωρητικώς να παράσχει στο στρατιωτικό καθεστώς μια υποτυπώδη αποδοχή. Από τις δηλώσεις του Καραμανλή δεν λείπει και η καυστική ειρωνεία για την πολιτική εκμετάλλευση της θρησκείας και μάλιστα, όπως σημειώνει, μια εκμετάλλευση «με μεθόδους ελάχιστα χριστιανικάς». Πρόκειται για αιχμηρή κριτική αναφορά στις καθεστωτικές πρακτικές στον χώρο της θρησκείας, τις οποίες ο Καραμανλής διακωμωδεί θεωρώντας τες ως μια παρωδία θρησκευτικότητας, με την οποία η αυθεντική θρησκεύουσα συντηρητική δημοκρατική παράταξη ουδεμία μπορεί να έχει σχέση.

Την άνοιξη του 1973 ο Καραμανλής με βαρυσήμαντες δηλώσεις του (23.04.1973) στις εφημερίδες «Βραδυνή» και «Θεσσαλονίκη» θα απευθύνει σκληρή κριτική κατηγορώντας τη στρατιωτική Κυβέρνηση ότι με την ανερμάτιστη πολιτική της αποσυνθέτει κρίσιμους θεσμούς του κράτους και της κοινωνίας, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτούς τους «δεινοπαθούντες» θεσμούς και την Εκκλησία. «Η Κυβέρνησις πειραματιζομένη διαρκώς αποδιοργάνωσε τη Διοίκηση, την Εκκλησία και την Παιδεία, κατά τρόπον ώστε να παρουσιάζουν την εικόνα επικινδύνου αποσυνθέσεως», θα τονίσει ο αυτοεξόριστος τότε Έλληνας πολιτικός, ο οποίος, όπως φαίνεται, ενδιαφέρεται και παρακολουθεί στενά το «μαρτύριο» που βιώνει την περίοδο αυτή η Εκκλησία. Ο Καραμανλής αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως ηθικοποιητικό και φρονηματιστικό φορέα της κοινωνίας που έχει ως αποστολή να συνδράμει στο έργο της Πολιτείας, εντός πάντα ενός πλαισίου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, τον οποίο, πάντως, ο ίδιος, ως φιλελεύθερο πνεύμα, εννοιολογικά και σημασιολογικά προσλαμβάνει ως αναφορά στο δίπολο του κλασικού ελληνικού ορθολογισμού και της χριστιανικής ορθοδοξίας, ως ένα «ιδεώδες» πολιτισμού και όχι ως πολιτικοθρησκευτικό ιδεολόγημα. Θεωρεί την Εκκλησία ως φορέα κοινωνικοποιήσεως με πολύ σημαντική αποστολή, καθώς το έργο της άπτεται θεμελιωδών παραδοσιακών αξιών – του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού – που ταυτοχρόνως αποτελούν βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τμήμα του οποίου σκοπεύει να καταστήσει και την Ελλάδα. Ο Καραμανλής της Μεταπολιτεύσεως, έχοντας ως στόχο να κάνει την Ελλάδα Ευρώπη, να εγκαταστήσει σ’ αυτή μια Δημοκρατία τύπου δυτικοευρωπαϊκού, εντάσσει σ’ αυτή την προσπάθεια του δυναμικού ανοίγματος προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό και την Εκκλησία, την οποία θέλει ελεύθερη από τον κρατικό εναγκαλισμό και κινουμένη εντός του δικού της φύσει δημοκρατικού – του συνοδικού – πολιτεύματος, ακριβώς για να εκπληρώνει αυτή την «ηθικήν και εθνικήν αποστολήν της». Σ’ αυτή την  κρίσιμη για τη χώρα φάση αυτό που επιδιώκει είναι να έχει δίπλα του την Εκκλησία ως στήριγμα για την αποκατάσταση στη χώρα της δημοκρατικής ομαλότητας. Και το επιτυγχάνει.

Ο Καραμανλής τον Ιούλιο του 1974 βρήκε την Εκκλησία της Ελλάδος να διάγει μια περίοδο οιονεί κανονικότητας. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, ο από Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), αν και είχε ανέλθει στο ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα στη διάρκεια της δεύτερης φάσεως του δικτατορικού καθεστώτος (στις 12.01.1974, επί Δημ. Ιωαννίδη), δεν είχε ταυτισθεί με τη δικτατορία, όπως ο προκάτοχός του Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος (Κοτσώνης, 1967-1973). Τούτο εξηγείται λόγω τόσο του μικρού χρονικού διαστήματος που είχε μέχρι τότε (12.01.1974-23.07.1974) διανύσει ο Σεραφείμ, όσο και –κυρίως– επειδή συμβόλιζε την εκκλησιαστική παράταξη που ανέλαβε τα ηνία της Ιεραρχίας έχοντας έλθει σε «μετωπική» ρήξη με τον Ιερώνυμο και ευρύτερα με τη μερίδα εκείνη της Ιεραρχίας που αντιπροσώπευε το σύστημα που είχε επιβάλει από τις πρώτες ημέρες της εγκαθιδρύσεώς του και για μια ολόκληρη εξαετία (1967-1973) το (επί Γ. Παπαδοπούλου, σ΄ αυτή την πρώτη φάση του) δικτατορικό καθεστώς της «21ης Απριλίου».

Ο νέος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διεσφάλιζε στον Καραμανλή την κρίσιμη περίοδο 1974-1975 ησυχία και τάξη στο εσωτερικό της Εκκλησίας, γεγονός που επηρέασε θετικά και έδρασε αποτελεσματικά στην ανάπτυξη μιας αγαστής συνεργασίας στις σχέσεις μεταξύ των δύο ανδρών και κατά συνέπεια στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας αφενός, αλλά και της αποκαταστάσεως των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφετέρου. Στην ανάπτυξη αυτού του θετικού κλίματος συνετέλεσε και το γεγονός ότι ο Σεραφείμ αμέσως μετά την ανάρρησή του στην Αρχιεπισκοπή (12.01.1974) επεδίωξε και επέτυχε την εξομάλυνση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Πατριαρχείο. Οι σχέσεις αυτές είχαν σοβαρά διασαλευθεί κατά την περίοδο της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Α΄ (1967-1973) εξαιτίας της καταστρατηγήσεως κατά την περίοδο εκείνη των θεμελιωδών κειμένων (του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου [ΠΣΤ] του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως [ΠΣΠ] του 1928) που καθορίζουν το νομοκανονικό πλαίσιο των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Φανάρι. Επρόκειτο για μια πρακτική που αποσκοπούσε  στη βαθμιαία  αποδυνάμωση  των κανονικών δικαιωμάτων του Πατριαρχείου στην ελληνική επικράτεια και ειδικότερα στις εκκλησιαστικές επαρχίες των λεγομένων «Νέων Χωρών» (Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Αιγαίου) των οποίων η “επιτροπική διοίκηση”, δια της ΠΣΠ του 1928, είχε παραχωρηθεί στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, διατηρηθείσης, ωστόσο, της πνευματικής υπαγωγής τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η αποκατάσταση αυτών των σχέσεων με το Φανάρι επέδρασε πολύ θετικά στον Μακεδόνα πολιτικό, καθώς ο Κων. Καραμανλής, ως γεννηθείς το 1907, είχε γαλουχηθεί με τις αξίες της μακεδονικής περιφερείας των αρχών του 20ού αιώνα, τις αξίες των γηγενών οικογενειών που υπήρξαν πιστές στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό, αντιπαλεύοντας τη βουλγαρική επιρροή που επιχειρούσε τότε η κηρυχθείσα σχισματική από το Πατριαρχείο βουλγαρική (εκκλησιαστική) «Εξαρχία». Ακριβώς, λοιπόν, λόγω καταγωγής – από την επαρχία Σερρών που ανήκε εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου – ο Καραμανλής έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό στη Μητέρα Εκκλησία, αυτή της Κωνσταντινουπόλεως.

Στην ιδιαίτερα κρίσιμη αυτή περίοδο αυτό που πρωτίστως ενδιέφερε τον Κων. Καραμανλή ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής σταθερότητας στη χώρα, μια σταθερότητα που συνδεόταν άμεσα με τη διασφάλιση της ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στην κοινωνία, όπως η Εκκλησία. Από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών και μ’ ό,τι στη συλλογική μνήμη ταυτίσθηκε μαζί της, όπως π.χ. η περίοδος της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου (1967-1973), ο Καραμανλής, όπως προαναφέρθηκε, είχε έγκαιρα αποστασιοποιηθεί και ασκήσει δριμεία κριτική, ενεργώντας όχι ως πρόσωπο μόνο, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, ως βασικός εκφραστής της πιστής στο δημοκρατικό πολίτευμα και τον κοινοβουλευτισμό ευρύτερης συντηρητικής παρατάξεως για την οποία δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ότι παρέχει τα ελάχιστα έστω ερείσματα στο δικτατορικό καθεστώς.

Για την Εκκλησία της Ελλάδος δύο είναι οι μεγάλες και σπουδαίες θεσμικές τομές που επιχειρεί και προωθεί ο Καραμανλής κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του (1974-1980) στη Μεταπολίτευση: πρώτον, η ψήφιση τον Ιούνιο του 1975 του νέου Συντάγματος με τα άρθρα 3, 13, 18 § 8, 28 § 1, 72, § 1 και 105 του οποίου καθορίζονται οι θεμελιώδεις διατάξεις οι οποίες διέπουν μέχρι και σήμερα τις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας (επί το ακριβέστερον δε τις σχέσεις του κράτους και των θρησκευτικών κοινοτήτων στη χώρα μας). Με το αρθ. 3 για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής νομοθεσίας κατοχυρώνεται ο ΠΣΤ του 1850 και η ΠΣΠ του 1928, δηλ. θωρακίζεται το κανονικό θεσμικό πλαίσιο οργανώσεως και λειτουργίας της εκκλησιαστικής διοικήσεως (ήτοι η συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, συμφώνως προς τις σχετικές πατριαρχικές [ΠΣΤ     1850 / ΠΣΠ 1928] διατάξεις), το οποίο είχε κλονισθεί κατά τη περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας (με την συγκρότηση  της όλως αντικανονικής “Αριστίνδην” Συνόδου, με τα έκτακτα “Ιεροδικεία” η σύσταση και λειτουργία των οποίων αποδοκιμάσθηκε ως κατάλυση του όλου συστήματος του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, κλπ.). Δεύτερον,  η ψήφιση (επι υπουργίας – στο Παιδείας – του Γεωργίου Ράλλη) του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590)  με τον οποίο κατοχυρώθηκαν (και) νομοθετικά οι πατριαρχικές  πράξεις (1850/1928), χειραφετήθηκε η Εκκλησία από τον σφιχτό εναγκαλισμό της Πολιτείας και ετέθησαν οι βάσεις της αρμονικής σχέσεώς τους στο πλαίσιο των διακριτών (τους) ρόλων.

Εν συμπεράσματι: Στη διάρκεια των πρώτων και κρισίμων χρόνων της Μεταπολιτεύσεως η συνετή εκκλησιαστική πολιτική που χάραξε ο τότε πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής όχι μόνο έφερε την ποθουμένη γαλήνη και ηρεμία στο σκάφος της Εκκλησίας, που είχε σοβαρά κλυδωνισθεί στη διάρκεια της προηγηθείσης Επταετίας, αλλά θεμελίωσε τον εκδημοκρατισμό της με σειρά συνταγματικών ρυθμίσεων (κατοχύρωση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξεως του 1928 στο Σύνταγμα του 1975), και νομοθετημάτων (Καταστατικός Χάρτης: N. 590/1977) που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία. Με τις θεσμικές τομές του Κων. Καραμανλή ετέθησαν οι βάσεις για την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας και χαράχθηκε ο δρόμος της αγαστής συνεργασίας της με το Κράτος, στο συνταγματικό πλαίσιο μιας πολιτειοκρατικής μεν πάντα σχέσεως, αλλ’ εφεξής ηπιότερης μορφής και σαφώς χαλαρότερης εξαρτήσεως, μέσω της οποίας διαμορφώθηκε ένα καθεστώς αρμονικής συναλληλίας, αμοιβαίου σεβασμού και διακριτών ρόλων, το οποίο σε γενικές γραμμές διατηρείται και στις μέρες μας.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Σύμβουλος Εκπαίδευσης κλ. ΠΕ01 Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr ), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου.

      * * BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

* Ανδρεόπουλος, Χαράλαμπος, «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση», εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, Μέρος Δ΄: Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση, σσ. 353-372 (πανεπιστημιακά συγγράμματα: ‘’ΕΥΔΟΞΟΣ”: 68377860)

* Κονιδάρης, Ιωάννης, “Περίοδος της δικτατορίας 1967-1974” και “Περίοδος της Μεταπολιτεύσεως”, στο «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 2020 (με τη συνεργασία Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλου), σσ. 129 – 143 (”EYΔΟΞΟΣ’’:  94690151)

* Ριζάς, Σωτήριος, “Στις απαρχές της Mεταπολίτευσης”, στο «Η στιγμή του 1974. Το χρονικό της μετάβασης στη Δημοκρατία», Νέα Εστία, Αθήνα, 2014, τχ. 1862, σσ. 398-424.

* Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, “Η σύσταση και εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος 1974-1981”, στο «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, 2000, τομ. ΙΣΤ’, σσ. 294-295.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: “Orthodoxia.info”, 23.07.2024

 

Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

Γεωργίου Ανδρουτσοπούλου: "Μεταπολίτευση στην Εκκλησία", Eφημ. "Καθημερινή", 19.07.2024

 


Συμπληρώνονται φέτος 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση. Στο αναστοχαστικό πλαίσιο της επετείου εντάσσεται και το ομώνυμο συνέδριο που συνδιοργάνωσε η «Καθημερινή» τον περασμένο Μάρτιο, όπου επιχειρήθηκε με έναν διαλεκτικά πρωτότυπο τρόπο να προσεγγιστεί απολογιστικά η Μεταπολίτευση, με τις ποικίλες συνεπαγωγές και τα ιστορικά συμφραζόμενά της. Κατ’ αρχάς, αναγκαία προβάλλει η εννοιολογική διασάφηση του όρου, ο οποίος διακρίνεται για την αμφισημία του. Ετσι, Μεταπολίτευση νοείται τόσο η στιγμή της μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία όσο και η περίοδος από την πτώση της δικτατορίας (1974) μέχρι σήμερα, η οποία πάντως και αυτή δεν είναι αδιαίρετη (Στ. Καλύβας, "Καθημερινή", 9.6.2024).  Σε κάθε περίπτωση, τα αποτυπώματά της είναι ευδιάκριτα στην Πολιτεία, στη δημόσια διοίκηση και γενικώς στην ελληνική κοινωνία. Ωστόσο, στασιάζεται εάν η μεταβολή της 23ης Ιουλίου 1974 άσκησε οποιαδήποτε επίδραση και στον εκκλησιαστικό οργανισμό…

Στη συνάφεια αυτή έχει υποστηριχθεί, μάλλον αφοριστικά, ότι «η Εκκλησία είναι ο μόνος θεσμός στον οποίον δεν συνέβη Μεταπολίτευση [καθώς αυτή] δεν άγγιξε τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας» (Α. Λιάκος, «Το Βήμα», 20.3.2005) ή ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν γνώρισε τη Μεταπολίτευση με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση που αυτή εκδηλώθηκε σε άλλους τομείς της δημόσιας ζωής (Ι. Μ. Κονιδάρης, «Το Βήμα», 21.4.1996). Βρίσκω τη δεύτερη, ευεξήγητη πάντως, προσέγγιση πιο ρεαλιστική.

Είναι γεγονός ότι η άφιξη του Κ. Καραμανλή από το Παρίσι τον Ιούλιο 1974 βρήκε την Εκκλησία της Ελλάδος να διάγει μία περίοδο οιονεί κανονικότητας, με την ανάρρηση στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του από Ιωαννίνων Σεραφείμ [Τίκα], ο οποίος μάλιστα τον όρκισε πρωθυπουργό και να έχει ήδη αποκαταστήσει τις σχέσεις της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι οποίες είχαν διασαλευθεί κατά τη δικτατορία επί αρχιεπισκοπίας του Ιερωνύμου [Κοτσώνη]. Η πραγματικότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη αξία, καθώς η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας συνάπτεται άμεσα με τη διασφάλιση της σταθερότητας και της ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στην κοινωνία, όπως η Εκκλησία (Χ. Ανδρεόπουλος, 2017). Στη λογική αυτή εντάσσεται η θέση σε ισχύ του πρώτου Συντάγματος της Μεταπολίτευσης (1975), το οποίο περιλαμβάνει ασφαλώς ειδική μέριμνα για την τυπολογία των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, καθώς και η ψήφιση, έπειτα από μία διετία (1977), του πρώτου μεταπολιτευτικού Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αν και το οριστικό κυβερνητικό σχέδιο Συντάγματος περιείχε ρηξικέλευθες ρυθμίσεις για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, που στόχευαν στην εκκοσμίκευση του τελευταίου, η κρισιμότητα της ιστορικής συγκυρίας που διερχόταν η χώρα μετά τη δικτατορία και η ανάγκη να διατηρηθεί η θρησκευτική ενότητα του λαού, επέβαλαν μια αυτοσυγκράτηση στην καινοτομία των ρυθμίσεων που τελικώς προκρίθηκαν, χωρίς πάντως αυτό να αναιρεί τον θρησκευτικό φιλελευθερισμό του συνταγματικού κειμένου. Από την άλλη, ο νέος Καταστατικός Χάρτης υπήρξε, κατά κοινή ομολογία, ο καλύτερος απ’ όσους προηγήθηκαν και αποτέλεσε «ίσως μικρόν, αλλά προοδευτικόν βήμα προς περαιτέρω χειραφέτησιν» της Εκκλησίας από την Πολιτεία, η οποία συνιστά αναγκαίο όρο για την αρμονική συνύπαρξή τους.

Επομένως, το νέο τοπίο που διαμορφώθηκε αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση και τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας απελευθέρωνε –έστω με εύλογη διστακτικότητα, από τον σφιχτό εναγκαλισμό– και τις βάσεις για την αυτονομία και τον εκδημοκρατισμό της Εκκλησίας έθετε. Ωστόσο, υπάρχουν τομείς της εκκλησιαστικής ζωής και δράσης όπου ο μεταπολιτευτικός άνεμος της ανανέωσης δεν έπνευσε με την ίδια ένταση και ορμή. Χαρακτηριστικά, πλην ενδεικτικά, παραδείγματα αποτελούν η συμμετοχή αιρετού λαϊκού στοιχείου στη διοίκηση της Εκκλησίας και το πλαίσιο που διέπει την απονομή της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια, το τέλος της «Μεταπολίτευσης» δεν έχει ακόμη σημάνει για την Εκκλησία…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.

* * Αρθρο στην Eφημ. "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 19.07.2024

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Μάθημα “Ηθικής” για όσους παίρνουν απαλλαγή απ΄ τα Θρησκευτικά * Σε Θεολόγους (ΠΕ01) και Φιλολόγους (ΠΕ02) η Α΄ ανάθεση διδασκαλίας.





 
Σύμφωνα με σημερινό ρεπορτάζ της εφημερίδος “Καθημερινή”, το μάθημα της “Ηθικής” θα διδάσκονται όσοι μαθητές θα παίρνουν απαλλαγή από τα Θρησκευτικά. Αυτό αποφάσισε το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, δρομολογώντας τις ενέργειες για κατάρτιση του προγράμματος σπουδών και τη συγγραφή των βιβλίων. Η θεσμοθέτηση νέου μαθήματος εκτιμάται ότι θα αυξήσει τις αιτήσεις για απαλλαγή από γονείς μαθητών, οι οποίες σήμερα είναι γύρω στις 10.500 ετησίως.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το υπουργείο Παιδείας, «μαθητές οι οποίοι δεν είναι xριστιανοί oρθόδοξοι (δηλαδή αλλόθρησκοι, ετερόδοξοι, άθρησκοι, άθεοι, αγνωστικιστές), μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να απαλλαγούν από την υποχρέωση παρακολούθησης του μαθήματος των Θρησκευτικών, υποβάλλοντας σχετική αίτηση στον διευθυντή της σχολικής μονάδας στην οποία θα αναφέρεται το εξής: “Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των Θρησκευτικών”. Η αίτηση υπογράφεται από τον μαθητή, εάν είναι ενήλικος, ή και από τους δύο γονείς/κηδεμόνες του, εάν είναι ανήλικος». Με βάση απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, για όσους μαθητές παίρνουν απαλλαγή η πολιτεία οφείλει να εισαγάγει εναλλακτικό μάθημα για τους απαλλασσόμενους.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», τα σενάρια που εξετάστηκαν για τον τύπο του μαθήματος ήταν ένα ουδετερόθρησκο ή ένα απολύτως θρησκειολογικό μάθημα. Τελικά επελέγη οι μαθητές να διδάσκονται Ηθική.

Θα διδάσκεται από τη Γ΄ Δημοτικού έως τη Γ΄ Λυκείου, αλλά για να συγκροτηθεί ένα τμήμα θα πρέπει να έχουν πάρει απαλλαγή από τα Θρησκευτικά τουλάχιστον 10 μαθητές σε μία τάξη.

Πενταμελής επιτροπή

Μάθημα Ηθικής για όσα παιδιά δεν διδάσκονται Θρησκευτικά-1

Το μάθημα θα διδάσκεται στις χρονιές και τις ώρες που διδάσκονται και τα Θρησκευτικά, δηλαδή από την Γ΄ Δημοτικού έως την Γ΄ Λυκείου (τα Θρησκευτικά διδάσκονται εβδομαδιαίως στο Δημοτικό 2 ώρες σε Γ΄ και Δ΄ , από μία ώρα σε Ε΄ και ΣT΄, από 2 ώρες στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου, και 2-2-1 είναι οι ώρες σε Α΄-Β΄-Γ΄ Λυκείου αντίστοιχα). Βεβαίως, για να συγκροτηθεί ένα τμήμα Ηθικής θα πρέπει να έχουν πάρει απαλλαγή τουλάχιστον 10 μαθητές σε μία τάξη. Αρα, όπως προκύπτει, αυτό θα συμβεί στις μεγάλες περιφέρειες της χώρας και όπου υπάρχει συγκέντρωση αλλοθρήσκων. Στην περίπτωση που απαλλαγή από τα θρησκευτικά πάρουν λιγότεροι από δέκα μαθητές σε μία τάξη, τότε αυτοί την ώρα των Θρησκευτικών είτε θα παρακολουθούν άλλα μαθήματα σε κάποιο άλλο τμήμα της τάξης τους, είτε θα κάνουν κάποια ερευνητική εργασία (project).

Για την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών έχει οριστεί από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) πενταμελής επιτροπή. Συντονιστής του έργου ορίστηκε ο κ. Στέλιος Βιρβιδάκης, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής θα είναι η κ. Βάσω Κιντή, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ, η κ. Αννα Ντιντή, εξειδικευμένη στο πεδίο της διδασκαλίας της Φιλοσοφίας και Ηθικής στα παιδιά, ο κ. Σταύρος Καραγεωργάκης, φιλόλογος σε σχολείο της Θεσσαλονίκης, και η κ. Χαρινέλα Τουρνά, σχολική σύμβουλος. Οπως ανέφερε χθες στην «Κ» ο κ. Βιρβιδάκης, το μάθημα θα αναφέρεται σε ηθικές αξίες, και για τη διαμόρφωση της ύλης του ανά τάξη θα μελετηθούν αντίστοιχες περιπτώσεις στο εξωτερικό. Ενδεικτικά, στη Γερμανία σε κάποια κρατίδια διδάσκεται ηθική φιλοσοφία σε όσους μαθητές απαλλάσσονται από τα Θρησκευτικά. Επίσης, στόχος είναι το πρόγραμμα σπουδών να διαμορφωθεί με βάση την ηλικία των μαθητών, ενώ κρίσιμο είναι ποια ειδικότητα θα επιλεγεί να το διδάξει. Οι πρώτες σκέψεις κάνουν λόγο για σύνταξη δύο βιβλίων του μαθήματος για το δημοτικό και από ένα σε γυμνάσιο και λύκειο. Προς το παρόν δεν έχει αποσαφηνιστεί, αλλά προτεραιότητα φαίνεται να έχουν οι φιλόλογοι και οι θεολόγοι. Δικαίωμα μπορούν να κατοχυρώσουν και οι απόφοιτοι τμημάτων κοινωνικής ανθρωπολογίας. Επίσης, πρέπει να βρεθούν επιπλέον αίθουσες για τη διδασκαλία του μαθήματος. Μετά την κατάρτιση του προγράμματος σπουδών, θα γίνει πιλοτική εφαρμογή του στα Πειραματικά Σχολεία και κατόπιν θα εισαχθεί στα σχολεία, «το νωρίτερο από το 2027», όπως δήλωσε στην «Κ» υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Παιδείας.

Σήμερα οι μαθητές που παίρνουν απαλλαγή από τα Θρησκευτικά «εάν δεν παραμένουν στο προαύλιο την ώρα του μαθήματος, μπορεί να παρακολουθούν μάθημα σε κάποιο άλλο τμήμα», όπως ανέφερε στην «Κ» έμπειρος θεολόγος. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως δεν κάνουν τίποτε.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τρίτη 16 Ιουλίου 2024

Εγκύκλιος - Προκήρυξη του Υπ. Παιδείας για την εισαγωγή ιεροσπουδαστών στις Σχολές Μαθητείας Υποψηφίων Κληρικών (Σ.Μ.Υ.Κ.)

 


Ιερεύς σχολή κληρικών 1

Από τη Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων / Τμήμα Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης και Θρησκευτικής Αγωγής του Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων εξεδόθη η Εγκύκλιος – Προκήρυξη για την εισαγωγή ιεροσπουδαστών στις Σχολές Μαθητείας Υποψηφίων Κληρικών (Σ.Μ.Υ.Κ) της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής (Αθηνών), Βελλάς Ιωαννίνων και Ηρακλείου Κρήτης, για το σπουδαστικό έτος 2024-2025.  

Οι ενδιαφερόμενοι να φοιτήσουν στις εν λόγω Σχολές  μπορούν να υποβάλουν ηλεκτρονική αίτηση συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής σύμφωνα με τις αναλυτικές οδηγίες που περιέχονται στη σχετική εγκύκλιο, την οποία μπορείτε να διαβάσετε στο παρακάτω ψηφιακό σύνδεσμο (link). 

Δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής και την εισαγωγή στις Σ.Μ.Υ.Κ. έχουν:

α. άρρενες Έλληνες πολίτες ή ομογενείς που έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους, κάτοχοι απολυτηρίου Γενικού Εκκλησιαστικού Λυκείου του ν.3432/2006 (Α’ 14), Πρότυπου Εκκλησιαστικού Λυκείου του ν.4823/2021 (Α΄136), Γενικού Λυκείου, κάτοχοι απολυτηρίου ή πτυχίου Επαγγελματικού Λυκείου ή ισότιμου τίτλου σπουδών σχολείου Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, που κατέχουν τα προσόντα για να χειροτονηθούν κληρικοί και έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή έχουν απαλλαγεί νόμιμα από αυτές.

β. αλλοδαποί πολίτες κρατών εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος (18ο) της ηλικίας τους και είναι κάτοχοι τίτλων ισότιμων προς εκείνους της παρ. 1. Σε αυτήν την περίπτωση απαιτείται γνώση ελληνικής γλώσσας κατ’ ελάχιστον επιπέδου Α2, όπως προβλέπεται στο άρθρο 76 του ν. 4763/2020 (Α΄ 254).

Οι αιτήσεις και τα δικαιολογητικά υποβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας που άρχισε την 12 Ιουλίου 2024 και ώρα 08:30 και λήγει την 20η Αυγούστου 2024 και ώρα 23:59.

Διαβάστε εδώ την Εγκύκλιο από τo σχετικό σύνδεσμο (link): 

Eγκύκλιος εισαγωγής ιεροσπουδαστών ΣΜΥΚ, 2024-2025


Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Νέος Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ ο πρωτοπρεσβύτερος – καθηγητής π. Αθανάσιος Γκίκας

 

γκικας 1

 

Νέος Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ εξελέγη χθές (05.07.2024) με τις ψήφους των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης (του συγκροτουμένου εκ των μελών ΔΕΠ των δύο Τμημάτων της Σχολής, του Τμ. Θεολογίας και του Τμ. Κοινωνικής Θεολογίας) ο Καθηγητής Ποιμαντικής, αιδεσιμολογιώτατος πρωτοπρεσβύτερος Αθανάσιος Γκίκας (φωτ.).

Ο νέος Κοσμήτορας που θα έχει τριετή θητεία (2024-2027), γεννήθηκε στη Λαμία N. Φθιώτιδος το 1959 και διαμένει στη Θεσσαλονίκη. Εκτός της ακαδημαϊκής του ιδιότητας και δραστηριότητας είναι έγγαμος κληρικός και ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως. Διακονεί ως Οικονόμος και Πνευματικός, το Ιερό Μετόχιο του Αγίου Χαραλάμπους, της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους στη Θεσσαλονίκη.

Η ποιμαντική του δραστηριότητα στον χώρο αυτό περιλαμβάνει καθημερινό λατρευτικό πρόγραμμα, το μυστήριο της εξομολογήσεως, κατήχηση και συμβουλευτική προς νέους και εφήβους, συμβουλευτική οικογένειας και αντιμετώπιση προβληματικών κοινωνικών καταστάσεων.

Αυτή η δραστηριότητα είναι ενταγμένη στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα και αποτελεί, εκτός της πνευματικής της αξίας, περιεχόμενο επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης στο πρακτικό πλαίσιο της Ποιμαντικής ως επιστήμης. Τροφοδοτεί τη διατύπωση της θεωρίας των μαθημάτων της Ποιμαντικής, της Ποιμαντικής Ψυχολογίας και της Συμβουλευτικής ως πρακτικών μαθημάτων της σπουδής της θεολογίας, προς την κατάρτιση των φοιτητών ως εκπαιδευτικών και κυρίως των υποψηφίων κληρικών.

Κατά την διετή εκπαιδευτική του άδεια στην Μεγάλη Βρετανία (1986-1988) διακόνησε την ομογένεια ως εφημέριος της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας της Γλασκώβης στη Σκωτία, όπου ανέπτυξε ποιμαντική δράση για την πρόοδο της Κοινότητας στους εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς και πνευματικούς στόχους της.

* Δείτε εδώ: Το πλήρες Βιογραφικό

Στον αιδεσιμολογιώτατο π. Αθανάσιο Γκίκα, επί τη εκλογή του στη θέση του Κοσμήτορος της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, ευχόμαστε καλή δύναμη με κάθε παρά Θεού ευλογία στο έργο του

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Τα «Νομοκανονικά» περί εκκλησιαστικής περιουσίας – Aφιέρωμα στη συγκριτική θεώρηση των διαφορετικών νομικών καθεστώτων για το περιουσιακό στις Εκκλησίες Κύπρου και Ελλάδος

 


Eφημ. "Ελευθερία" Λαρίσης, Δευτέρα, 01.07.2024, σελ. 4η

 

Με αφιέρωμα στην Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου με θέμα «Η Εκκλησιαστική περιουσία στις Εκκλησίες Κύπρου και Ελλάδος: Συγκριτική θεώρηση» κυκλοφορήθηκε το νέο τεύχος (1/2024) της εξαμηνιαίας Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) «Νομοκανονικά».

Η Ημερίδα που ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Κύπρου κυρού Χρυστοστόμου Β΄ πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στη Κυπριακή πρωτεύουσα με κεντρικό θεματικό άξονα τη συγκριτική θεώρηση ενός μείζονος ζητήματος, εκείνου της εκκλησιαστικής περιουσίας στο σύνολό της, μεταξύ δύο ομοδόξων και ομογλώσσων Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες, όμως, διαφέρουν ριζικά στο εσωτερικό τους δίκαιο, όπως και στο θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς ενεργούν εντός διαφορετικών συστημάτων σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας

Το τεύχος προλογίζει ο ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού, ομ. καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννης Κονιδάρης, του οποίου η δημοσιευομένη εναρκτήρια ομιλία, με θέμα «Η εκκλησιαστική περιουσία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Απόπειρα περιθριγκώσεως μιας αχανούς θεματικής», αποτελεί το προοίμιο των επιστημονικών παρεμβάσεων της ημερίδας στη διάρκεια της οποίας ειδικοί επιστήμονες του Εκκλησιαστικού Δικαίου, νομικοί, θεολόγοι και αξιωματούχοι της Εκκλησίας της Κύπρου εξέτασαν συγκριτικά σειρά επιμέρους θεματικών.


* Ολόκληρη η βιβλιοπαρουσίαση στην ιστοσελίδα Orthodoxia.info και στην εφημερίδα “Ελευθερία” Λαρίσης

Επίσης, δημοσιεύσεις εις ιστοσελίδες:

“Ιδιωτική Οδός”

“Aναστάσιος”

“ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ”

“Πατερικός”

 

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Ἐκοιμήθη ὁ Γιῶργος Τσάκαλος τοῦ "ΝΑΥΤΙΛΟΥ"

 


 

  Ἀπό τὴν ἐφημερίδα "Χριστιανικὴ" ἐκδόθηκε ἡ παρακάτω ἀνακοίνωση γιὰ τὴ κοίμηση τοῦ Γιώργου Τσάκαλου (φωτ.),  φίλου και συνεργάτη τοῦ κινήματος τῆς "Χριστιανικῆς Δημοκρατίας" καὶ συνιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου "Ναυτίλος" στὴν Ἀθήνα (ἐπί της ὀδ. Χάρ. Τρικούπη 23):

Βαθύτατη θλίψη μᾶς γέμισε ἡ χτεσινὴ εἴδηση τῆς ἐκδημίας τοῦ Γιώργου Τσάκαλου. Ἑνὸς σπάνιου ἀνθρώπου, ποὺ συνέδεσε τὴν προσωπική καὶ ἐπαγγελματική του ζωὴ μὲ τὴ διάθεση καὶ διακίνηση τοῦ βιβλίου. Ἑνὸς ἀπὸ τοὺς βαθύτερους γνῶστες τοῦ ἀντικειμένου, ἀφοῦ ἀκόμα καὶ ὅταν τὸ βιβλιοπωλεῖο ὅπου ἐργαζόταν δὲν διέθετε τὸ βιβλίο ποὺ τοῦ ζητοῦσαν, γνώριζε πάντοτε πῶς ὁ ἴδιος νὰ τὸ ἀναζητήσει καὶ νὰ τὸ βρεῖ, ἂν δὲν εἶχε ἐξαντληθεῖ. Καὶ ταυτόχρονα ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπητούς, ἀνοιχτόκαρδους εὐρυμαθεῖς καὶ πρόσχαρους ἀνθρώπους, ποὺ χαιρόσουν νὰ τὸν συναντᾶς καὶ νὰ συζητᾶς μαζί του.

Ὁ Γιῶργος ξεκίνησε νὰ ἐργάζεται στὸ χῶρο τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο τοῦ ἀείμνηστου Μιχ. Γρηγόρη ἐπὶ τῆς Σόλωνος. Λίγο ἀργότερα, ἐγκαταλείποντας αὐτὸ ποὺ κάθε ἄλλος θὰ θεωροῦσε ἀρχὴ μιᾶς καλῆς καριέρας στὴ βιβλιοπωλική ἀγορά, μεταφέρθηκε λίγο πιὸ κάτω στὴ Σόλωνος, στὸ ὑπόγειο βιβλιοπωλεῖο τοῦ Μηνύματος.

Ὁ Γιῶργος Τσάκαλος ἐργάστηκε στὸ βιβλιοπωλεῖο τῆς Χριστιανικῆς Δημοκρατίας, τὸ “Μήνυμα” στὴν ὁδὸ Σόλωνος 83 , σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς νεολαίας τῆς ΧΔ ΕΧΟΝ καὶ τῆς Χριστιανοσοσιαλιστικῆς Σπουδαστικῆς Κίνησης στὴν Ἀθήνα, στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, τὴν περίοδο ποὺ τὸ διεύθυνε ὁ Γιῶργος Χατζηιακώβου, σημερινὸς ἰδιοκτήτης τῶν ἐκδόσεων ” Ἁρμός”. Ἡ παρουσία του ἐκεῖ συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὸν ἐμπλουτισμὸ καὶ στὴν ἀναβάθμιση τοῦ βιβλιοπωλείου, ὅπως καὶ στὴν ἀνάδειξή του σὲ στέκι νεολαίας.

Τὴ δεκαετία τοῦ 1990 δημιούργησε, πάλι στὴ Σόλωνος, σὲ συνεργασία μὲ τὸν ποιητὴ Ἠλία Λάγιο καὶ τὸν ἐκδότη Βασίλη Χατζηιακώβου τὸ βιβλιοπωλεῖο-ἐκδόσεις Παρουσία.

Ἀπὸ τὸ 2000, ὁ ἴδιος μὲ τὸν Κώστα Χριστόπουλο καὶ τὸν Δημήτρη Πιπίνη, δημιούργησαν τὸ βιβλιοπωλεῖο “Ναυτίλος” ποὺ λειτουργεῖ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Χαριλάου Τρικούπη 28 στὴν Ἀθήνα, μὲ μεγάλο πλοῦτο στὸ ἱστορικὸ καὶ φιλοσοφικὸ δοκίμιο καὶ στὴ θεολογία, στὴ λογοτεχνία, νέες ἐκδόσεις καὶ σπάνιους τίτλους. Ὁ “Ναυτίλος” εἶναι σημεῖο διάθεσης τῆς ἐφημερίδας μας “Χριστιανικῆς”, ὅπως καὶ τῶν ἐκδόσεών της.

Εἴμαστε εὐγνώμονες ἀπέναντι στὸν Γιῶργο γιὰ τὴν μεγάλη καὶ ἀπὸ καρδιᾶς πολύτιμη προσφορά του, τόσο ἀπέναντι στὴ ΧΔ καὶ στὴ “Χ”, ὅσο καὶ εὐρύτερα στὴ μεγάλη συμβολή του στὴν διακονία τῆς πνευματικῆς ζωῆς στοὺς χώρους ὅπου δούλεψε.

Ἡ ΧΔ καὶ ἡ “Χ” ἐκφράζουν τὴ λύπη τους γιὰ τὴν ἐκδημία τοῦ Γιώργου Τσάκαλου καὶ τὰ συλλυπητήριά τους στὴν οἰκογένειά του, ὅπως καὶ στοὺς συναδέλφους του τοῦ “Ναυτίλου”. Θὰ μᾶς λείψει.

Ὁ Γιῶργος, ὁ Τσάκαλος ὅπως ἦταν γνωστὸς σὲ κάθε βιβλιοαναγνώστη τῆς Ἀθήνας, μὲ τὴν παιδική του καρδιὰ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μεταξένιους, τοὺς ἀγγελικοὺς ἀνθρώπους αὐτοῦ τοῦ καιροῦ. Ὑπέμεινε βάσανα καὶ κόπους πολλούς, μὲ τὴν ἀσθένεια τῶν γονέων του καὶ μὲ τὴ δική του τὰ τελευταῖα χρόνια, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ εἶναι ὁ χαμογελαστὸς Τσάκαλος, ἐνθουσιώδης πάντα σὰν παιδί, “ἄπαρτο κάστρο” ὅπως τὸν ἔλεγε ὁ φίλος τοῦ ποιητὴς Ἠλίας. Τώρα ὁ καλὸς Θεὸς τὸν ἔχει σίγουρα βάλει μάγιστρο βιβλιοθηκάριο στοὺς θησαυροὺς τῶν βιβλίων τοῦ Οὐρανοῦ. Αἰωνία τοῦ ἡ μνήμη!

Ὁ Θεὸς ἂς τὸν ἀναπαύει.

Καλὸ Παράδεισο Γιῶργο!

 * Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τοῦ ἀγαπητοῦ μας Γιώργου θὰ γίνει στὸ κοιμητήριο Ἁγίων Ἀναργύρων τὴν Παρασκευὴ 21 Ἰουνίου στὶς 11:30 π.μ.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

Κυκλοφορήθηκε το νέο τεύχος του περιοδικού “ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ” της Χριστιανικής Στέγης Καλαμάτας

 περιοδικο Έγγραφο 2024 06 19 102521

Eυχαριστούμε θερμά το χριστιανικό ορθόδοξο Σύλλογο Χριστιανική Στέγη” Καλαμάτας για την αποστολή του μηνιαίου τεύχους (589 / Μαϊου 2024) του περιοδικού “ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ”, στο οποίο μπορούν οι συνάδελφοι θεολόγοι να εγγραφούν συνδρομητές προσέτι δε να το αναγνώσουν – και – ψηφιακά μέσω της ιστοσελίδας του Συλλόγου, πατώντας ΕΔΩ

 * Η «Χριστιανική Στέγη Καλαμάτας» ιδρύθηκε το έτος 1960 από μια συντροφιά Καλαματιανών νέων επιστημόνων και επαγγελματιών. Είναι ένας χριστιανικός ορθόδοξος σύλλογος. Συνεργάζεται με το ιεραποστολικό έργο της Αδελφότητος Θεολόγων «Η ΖΩΗ» και είναι μέλος της «Πανελληνίου Ομοσπονδίας Χριστιανικών Σωματείων «Ο Απόστολος Παύλος».

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

Περί Γλώσσας και Γεωμετρίας (...ο "διδάσκοντας" κι ο ..."επιβλέποντας"... - ή τι άλλο θα δούν τα μάτια μας;...)

 


Από τον Χάρη Ανδρεόπουλο*

Πολλοί φίλοι και συνάδελφοι θεολόγοι και φιλόλογοι διαβάζοντας το προηγούμενο άρθρο μου στην «Ελευθερία» ("Πρώτα Ελληνικά και μετά όλα τ΄ άλλα", 27.05.2024) μου έστειλαν τα δικά τους σχόλια για χονδροειδή λάθη στη χρήση της Ελληνικής Γλώσσας, κι όχι από μαθητές των Γυμνασίων και Λυκείων (προς τους οποίους εστίασα εγώ στο δικό μου άρθρο), αλλ’ από ψηλότερα... Από ανθρώπους που πρέπει να είναι τα καλά παραδείγματα - η «αριστεία», που λέμε, σύμφωνα τις επιταγές της σύγχρονης επικοινωνιακής μόδας - για την απόκτηση της (σωστής) γνώσης των μαθητών μας. Αλλά...

Μου γράφει, λοιπόν, φίλος μου φιλόλογος ότι υπέστη ένα είδος «σοκ» (shock / ελληνιστί: ψυχολογική διαταραχή) διαβάζοντας ανακοίνωση πανεπιστημιακού τμήματος (και δη ουχί πολυτεχνικής/τεχνολογικής, αλλά θεωρητικής/ανθρωπιστικής κατευθύνσεως σπουδών) στον κατάλογο διδασκόντων του οποίου εμφανιζόταν ο τάδε ως (καταχώριση σε κλίση ονομαστική)... «Εντεταλμένος διδάσκοντας» (παρότι είναι -ως υποτίθεται- τοις πάσι γνωστό ότι, εξ επόψεως γραμματικής, η μετοχή του ρήματος «διδάσκω» είναι ο διδάσκων (αρσενικό) / η διδάσκουσα (θηλυκό) (κι όχι, φυσικά, ο διδάσκοντας/η διδασκόντισσα...).

Ο άλλος, εκπαιδευτικός πολιτικός μηχανικός αυτός, μου γράφει

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, «Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους», Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2022 (2η έκδοση)

 


Toυ Χάρη Ανδρεόπουλου*

Τη τελευταία τριετία δύο ήταν τα μεγάλα ζητήματα που προκάλεσαν τριγμούς στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Το πρώτο ήταν κατά την περίοδο της πανδημίας covid-19 όταν το Υπ. Υγείας, στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων που εισηγούνταν οι αρμόδιοι επιστήμονες, συμπεριέλαβε περιοριστικά μέτρα και στην άσκηση της ελευθερίας της λατρείας, ιδίως μάλιστα στη συλλογική έκφρασή της (περιορίζοντας τον αριθμό των πιστών στους ναούς) εν όψει της προστασίας ενός άλλου, επίσης σπουδαίου, συνταγματικώς κατοχυρωμένου εννόμου αγαθού, αυτού της δημόσιας υγείας.

Το δεύτερο ζήτημα που προκάλεσε, επίσης, ένταση στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας ήταν πρόσφατο και συγκεκριμένα αυτό που αφορούσε στη ψήφιση του νομοσχεδίου για τη θεσμοθέτηση στην ελληνική έννομη τάξη του γάμου των ομοφύλων ζευγαριών. Eπρόκειτο για μια ενέργεια η οποία από την πλευρά της κυβερνήσεως θεωρήθηκε (ιδεολογικά) επιβεβλημένη με το (πολιτικό) σκεπτικό ότι προασπίζει και διασφαλίζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Αντιθέτως, από την πλευρά της Εκκλησίας το περιεχόμενο της (ήδη ψηφισθείσης) διατάξεως του Υπ. Επικρατείας Άκη Σκέρτσου αποδοκιμάσθηκε εξ αρχής και καθ΄ ολοκληρίαν καθώς από θεολογικής σκοπιάς η ομοφυλοφιλία θεωρείται αμαρτία (Ρωμ. 1, 25-27), ενώ η έννοια του γάμου μπορεί να νοηθεί μόνο ως σχέση / συνάφεια άνδρα και γυναίκας. «Nuptiae sunt conjunctio maris et feminae consortium omni vitae, divini et humani juris communicatio…» (Γάμος εστίν ανδρός καί γυναικός συνάφεια, συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε καί ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία), σύμφωνα με τον επιγραμματικό ορισμό του σπουδαίου ρωμαίου νομικού του 3ου αι. μ.Χ, Μοδεστίνου περί του γάμου (Modestin, lib. I. Reg.1.1 Digest de ritu nupt 23,2), τον οποίο αποδέχεται η χριστιανική Εκκλησία και υπό την θεολογική / δογματική του διάσταση. Και οι δύο ενδεικτικές αυτές περιπτώσεις ανέδειξαν μια κρίσιμη παράμετρο που χαρακτηρίζει την αμφίθυμη σχέση Πολιτείας / Κράτους και Εκκλησίας˙ τη διαπάλη νόμων και κανόνων.